Ποίηση και βίωμα, ρήξεις και γεφυρώσεις από τον 20ο στον 21ο αι.
δεν με ενδιαφέρει πια να μπορώ, μου αρκεί να θέλω
δεν με ενδιαφέρει πια να λέω, πρέπει να είμαι[1]
Εισαγωγικά
Οι ομαδοποιήσεις αποτελούν χρήσιμο εργαλείο για τους/τις κριτικούς και τους/τις φιλολόγους, ωστόσο δεν είναι καθόλου εύκολο να επιλεγούν ‒είτε από ένα ευρύτερο είτε από ένα περιορισμένο χρονικά λογοτεχνικό πεδίο‒ εκείνοι οι ποιητές και οι ποιήτριες που συνδέονται με κοινά χαρακτηριστικά (θεματικά, υφολογικά, εκφραστικά, γλωσσικά) χωρίς να υπάρξει αμφισβήτηση∙ ιδίως όταν τα υποκείμενα, αν και διαφορετικής βιολογικής ηλικίας, γράφουν και δρουν την ίδια εποχή και προ πάντων όταν τίθεται προγραμματικά η πρόθεση να αποτυπωθεί εν θερμώ η συγχρονική μας εικόνα, δηλαδή μια εικόνα που περιλαμβάνει και τους παρατηρητές της.
Παρακολουθώντας τις αρκετά συχνές δημόσιες συζητήσεις για τις τάσεις της σύγχρονής μας ποίησης,[2] διαπιστώνουμε ότι συνυπάρχουν αντιτιθέμενες, ανάμεσα στους/τις ίδιους/ες τους ποιητές και τις ποιήτριες, δύο τάσεις: από τη μια της αντίστασης στην ομαδοποίηση και από την άλλη της επιθυμίας για τη γενεαλογική αυθυπαρξία ενός εύρους συνομηλίκων.[3]
Ομόλογο φαινόμενο παρατηρείται και ανάμεσα στους θεωρητικούς και κριτικούς που αποτολμούν τέτοιου είδους γενεαλογήσεις, ομαδοποιήσεις και «συσσωματώσεις», με απόψεις που άλλοτε συγκλίνουν και άλλοτε αποκλίνουν, δημιουργώντας συνάψεις και άτυπες συμμαχίες ή και οξείες αντιπαραθέσεις.[4]
Βιολογική γενιά και Βίωμα
Επιχειρώντας μια προ-ϊστορική αποτύπωση
Αν θελήσουμε να συνοψίσουμε το στίγμα της πτώσης της Στρατιωτικής Δικτατορίας το 1974, το χρονικό δηλαδή σημείο που αποτέλεσε, κατά κοινή ομολογία, την αφετηρία της μακράς κοινωνικοπολιτικής περιόδου που μας σημάδεψε και η οποία ξεπέρασε τα όρια του προηγούμενου αιώνα, θα δούμε ότι: Ακολούθησε μια περίοδος εντατικοποίησης της προσπάθειας για θεμελίωση των πολιτειακών θεσμών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, διαμορφώθηκε κλίμα σύγκλισης μεταξύ πολιτικών αντιπάλων, καθώς έγινε η θεσμική νομιμοποίηση της κομμουνιστικής ιδεολογίας, επέστρεψαν οι πολιτικοί πρόσφυγες και αναγνωρίστηκε η Εθνική Αντίσταση, δημιουργήθηκε το πλαίσιο για τη συμφωνία που οδήγησε στην κατάργηση της μοναρχίας και την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα το 1981.[5] Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Ελλάδα μετατράπηκε σε μια πιο «ανοιχτή κοινωνία», ενώ παρατηρήθηκε σταδιακά μετάβαση από την προτεραιότητα της πολιτικής και οικονομίας στην αύξουσα δυναμική της κουλτούρας, γεγονός που συνοδεύτηκε από τη μετάβαση ενός συλλογικού αυτοπροσδιορισμού με ταξικά κριτήρια στην ατομικότητα, στον ιδιωτικό τρόπο ζωής, με κριτήρια πιο ρευστά.[6] Όπως χαρακτηριστικά διατυπώθηκε, η κουλτούρα ως ταυτότητα ή διαφοροποίηση είναι συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα, εστιάζοντας στα ανθρώπινα δικαιώματα και το φύλο, τις μειονότητες και τις ταυτότητες, τη βιοπολιτική και την οικολογία.[7]
Σχετικά με την προτεραιοποίηση της δυναμικής της κουλτούρας είναι αξιοσημείωτο πως την πρώτη περίοδο μετά την πτώση της χούντας, παρατηρήθηκε ένα πολιτικό σκηνικό που εμφάνιζε δύο παράλληλες δυναμικές: η συντηρητική παράταξη, που είχε την εξουσία και επηρέαζε την πολιτειακή οργάνωση και τα θεσμικά πλαίσια και οι «αριστερές δυνάμεις» που επέδειξαν ηγετική δυναμική στον τομέα της ιδεολογίας και «των γραμμάτων».[8]
Την ίδια εποχή, παρατηρείται μετατόπιση της ταυτότητας των Ελλήνων διανοουμένων.[9] Ο τύπος του δημόσιου διανοούμενου αποκτά τα χαρακτηριστικά του εκφραστή ενός κοινωνικού προβληματισμού που στηρίζεται στην κεντρική έννοια της αμφισβήτησης, αλλά ξεπερνά τις παλαιότερες αντιθέσεις του στρατευμένου ή του περιχαρακωμένου στην υπαρξιακή του αναζήτηση διανοουμένου ή του διανοουμένου υπερασπιστή της καθεστηκυίας ιδεολογίας. Ένας δημόσιος διανοούμενος που εκφράζει «δημοκρατικές» πεποιθήσεις και την ελευθερία της έκφρασης με νέο και διαφορετικό τρόπο ‒αρκετές φορές προερχόμενος από τον πανεπιστημιακό χώρο που είχε «καθαρθεί» με τη διαδικασία της «αποχουντοποίησης»‒, χρησιμοποιώντας διαφορετικά διανοητικά εργαλεία σε σύγκριση με τις προηγούμενες γενιές, όπως η γενιά του ’30 ή η μεταπολεμική γενιά.[10]
Η κυρίαρχη έννοια που επανέρχεται σε όλα αυτά τα πεδία είναι η αμφισβήτηση, η οποία συνδέεται με πολλά από τα «αναδυόμενα» στοιχεία της μεταπολιτευτικής κουλτούρας. Φορείς της αμφισβήτησης έγιναν σε παγκόσμιο επίπεδο κυρίως η νεολαία αλλά και μειονότητες, κοινωνικά και καλλιτεχνικά κινήματα, όλοι όσοι έβαλαν στο στόχαστρό τους τον καθιερωμένο τρόπο ζωής, τις κοινωνικές συμβάσεις, την αλλοτρίωση και την καταναλωτική κοινωνία.[11] Σεξουαλική απελευθέρωση και ατομική χειραφέτηση, underground κινήματα και διαδηλώσεις κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, Μάης του ’68, άνοιξη της Πράγας, Woodstock και απόρριψη του αμερικανικού ονείρου, αποστροφή για κάθε μορφή κατεστημένης εξουσίας.[12]
Τη δεκαετία του 80 κάποιοι θεωρούν ως την τελευταία του ψυχρού πολέμου αλλά κάποιοι την ταυτίζουν ουσιαστικά με την «τελευταία» του 20ου αιώνα. Και κάτι τέτοιο παρόλο που ακούγεται ως παραδοξολογία, νοηματοδοτείται από το επιχείρημα ότι τότε διαμορφώνονται οι συνθήκες –«με το γκρέμισμα του τείχους του Βερολίνου αλλά και τις ανακατατάξεις στις συνοριακές γραμμές των Βαλκανίων και των πρώην σοσιαλιστικών χωρών»‒ που θα χαράξουν τη νέα εποχή του 21ου αι. [13]
Σ’ αυτήν την κρίσιμη καμπή στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η νέα ταυτότητα του διανοουμένου στον χώρο της λογοτεχνίας υποστασιοποιείται με την ίδρυση της Εταιρείας Συγγραφέων. Μια μεγάλη ομάδα λογοτεχνών αποχωρεί από την Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών και μία μικρότερη από την Εθνική Εταιρεία Λογοτεχνών και μαζί με κάποιους ανένταχτους συγγραφείς θα απαρτίσουν την ιδρυτική της ομάδα ‒ανάμεσά τους πολλοί ποιητές και ποιήτριες όλων των γενεών.[14]
Ωστόσο μετά την αποκατάσταση των αστικοδημοκρατικών θεσμών, το πολιτικό σύστημα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, αρκετές φορές, χαρακτηρίζεται από μια τάση αυτοπεριορισμού, η οποία δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα της ελληνικής πραγματικότητας ούτε αποκλειστική επιλογή της εγχώριας καθεστηκυίας τάξης, αλλά εντάσσεται σε μια γενικευμένη διεθνή εξέλιξη, που σχετίζεται και με τις πολιτικές των κρατών για τη διανομή του παγκόσμιου πλούτου και των αγορών.[15]
Οι δεκαετίες 1990 και 2000 στιγματίστηκαν από γεγονότα που καθόρισαν τον χαρακτήρα του πολιτικού μας συστήματος προκαλώντας δυσαρέσκεια και απέχθεια στους/ις νέους/ες οι οποίοι/ες αντιμετωπίζουν με γενικότερη καχυποψία τη δημόσια σφαίρα της «πολιτικής» ως χώρο διαπλοκής και αφερεγγυότητας: Συνθήκη του Μάαστριχτ, η «φούσκα» του χρηματιστηρίου, η υπόθεση της «17 Νοέμβρη», η δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα, το «Μακεδονικό», το μεταναστευτικό, σκάνδαλα «μιζών» και δωροδοκιών, το ζήτημα των υποκλοπών, με αποκαλύψεις που τροφοδοτούν μια γενικευμένη ως σήμερα σκανδαλολογία, χωρίς λήψη ριζικών μέτρων εξάλειψης αυτών των φαινομένων.[16] Ως βασικές ιδεολογικές συντεταγμένες του συστημικού πολιτικού κόσμου την ίδια περίοδο αναδεικνύονται, πέρα από το «όραμα» της ευρωπαϊκής σύγκλισης και τα εθνικιστικά προτάγματα, δύο ακόμη σχήματα: η «συναίνεση» και ο «εκσυγχρονισμός».[17] Η «συναίνεση» προβάλλεται ως ανάγκη συνεννόησης, διαλόγου και συμφωνιών ανάμεσα στα κόμματα, παρουσιάζοντας τις πολιτικές αντιθέσεις ως απλές διαφορές ύφους, κουλτούρας ή τεχνικής διαχείρισης «για το εθνικό καλό». Αυτή η λογική δεν έμεινε θεωρητική, αλλά εφαρμόστηκε έμπρακτα με τις κυβερνήσεις συνεργασίας (Τζαννετάκη και Ζολώτα). Το δεύτερο σχήμα, αυτό του «εκσυγχρονισμού», παρουσιάζεται ως μια γλωσσική και ιδεολογική μεταμφίεση της ουσίας: Δεν πρόκειται για ουδέτερες συστημικές αλλαγές, αλλά για καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις.[18] Για να γίνουν αποδεκτές, προηγείται συνήθως μια περίοδος καταστροφολογίας —για πραγματικά ή διογκωμένα προβλήματα— γύρω από τα ελλείμματα, το δημόσιο χρέος, το «υπερτροφικό» Δημόσιο, την «ανελαστικότητα» της εργασίας ή τη «μη παραγωγικότητα» των εργαζομένων, έτσι ώστε τα μέτρα λιτότητας, που συνοδεύουν συνήθως αυτές τις αλλαγές, να θεωρηθούν αναπόφευκτα.[19]
Μέσα από αυτά τα ιδεολογικά εργαλεία επιχειρείται, επίσης, μια αναδιάταξη των πολιτικών διπόλων: το παραδοσιακό «Αριστερά–Δεξιά» αντικαθίσταται από σχήματα όπως «ορθολογισμός–ανορθολογισμός» και «λαϊκισμός–πραγματισμός». Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η επίδραση θεωρητικών απόψεων όπως του Νικηφόρου Διαμαντούρου, ο οποίος συνέβαλε στην καθιέρωση του σχήματος του «πολιτισμικού δυϊσμού»: η κοινωνία περιγράφεται ως αντιπαράθεση «προοδευτικών» και «παρωχημένων», όχι ως σύγκρουση τάξεων, αλλά ως σύγκρουση κουλτούρας.[20]
Πολιτισμικό στίγμα
Η περίοδος της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων άλλαξε άρδην την καθημερινότητά μας και ανατοποθέτησε τη στάση των νεοτέρων απέναντι στην αναγκαιότητα της ενεργού ανάμειξης στην πολιτική: Έγινε συνειδητό, περισσότερο από ποτέ ίσως στη διάρκεια της μεταπολιτευτικής περιόδου, πόσο οι πολιτικές επιλογές καθορίζουν τη ζωή μας και πόσο απερίσκεπτο είναι κάποιος/α να λέει «δεν με ενδιαφέρει η πολιτική».[21]
Το έτος 2008, εκτός από την απαρχή της οικονομικής κρίσης θεωρήθηκε καμπή και για έναν άλλον λόγο. Τον Δεκέμβριο, ο δεκαπεντάχρονος Αλέξης Γρηγορόπουλος δολοφονείται στα Εξάρχεια από τον αστυνομικό Επαμεινώνδα Κορκονέα, σε μια περίοδο που ήδη κυκλοφορούσε η φράση «γενιά των 700 ευρώ», ως συμπύκνωση της εργασιακής επισφάλειας και της απογοήτευσης της νέας γενιάς. Η δολοφονία λειτούργησε ως πυροκροτητής: ξέσπασαν μαζικές, αυθόρμητες νεολαιίστικες κινητοποιήσεις και εκτεταμένες συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής. Οι κινητοποιήσεις άνοιξαν έντονη συζήτηση στο εσωτερικό της ευρύτερης αριστεράς: άλλα τμήματά της εξύμνησαν ή ακολούθησαν το «αυθόρμητο κύμα», χωρίς να μπορούν να το μετασχηματίσουν σε σαφή πολιτική κατεύθυνση, άλλα το αντιμετώπισαν με μια αμφιλεγόμενη αποστασιοποίηση. Δημόσιες παρεμβάσεις από πρόσωπα του πολιτικού και μιντιακού συστήματος κινήθηκαν προς την κατεύθυνση της «αποκατάστασης της τάξης» ακόμη και με ακραία μέτρα. Η «εξέγερση του Δεκέμβρη» δεν ερμηνεύεται ως αντίδραση μόνο στη δολοφονία ενός παιδιού, αλλά ως έκφραση μιας συσσωρευμένης δυσφορίας της νεολαίας απέναντι σε ένα ασφυκτικό παρόν και ένα αβέβαιο μέλλον.[22]
Ακολούθησε η περίοδος των Μνημονίων και του ασφυκτικού ελέγχου από το ΔΝΤ και τους μηχανισμούς της ΕΕ, περικοπές, αύξηση της φορολογίας, για πρώτη φορά μετά τον Παγκόσμιο Πόλεμο οι δείκτες της ποιότητας ζωής κατρακυλούν, οι αυτοκτονίες αυξάνουν, όπως και η κατανάλωση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων. Η κρίση πλήττει και άλλες χώρες, αλλά στην Ελλάδα αποκτά τα χαρακτηριστικά του «Δόγματος του Σοκ».[23] Το 2013 δολοφονείται ο αντιφασίστας μουσικός Παύλος Φύσσας από μέλη της ακροδεξιάς Χρυσής Αυγής. Θα ακολουθήσει μία περίοδος που θα σημαδευτεί από την αισιοδοξία μεγάλης μερίδας των πολιτών ότι μια αριστερή κυβέρνηση θα μπορέσει να προσφέρει μια διέξοδο, προσδοκίες που γρήγορα διαψεύδονται.[24]
Σήμερα το πολιτικοκοινωνικό σύστημα εδραιωμένο σε ένα εκτεταμένο πλέγμα νόμων, προεδρικών διαταγμάτων, πράξεων νομοθετικού περιεχομένου και ευρωπαϊκών οδηγιών συγκροτεί ένα πολύπλοκο νομικό οπλοστάσιο που είναι απροσπέλαστο για τον απλό πολίτη και το οποίο καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό και από υπερεθνικά κέντρα, γεγονός που αρκετές φορές λειτουργεί και ως άλλοθι για τις κυβερνήσεις. [25]
Η διαδικασία αυτή αποτυπώνεται σε μια σειρά από χαρακτηριστικά παραδείγματα, όπως η αντιτρομοκρατική νομοθεσία, οι μηχανισμοί αστυνόμευσης και επιτήρησης, οι περιορισμοί στο δικαίωμα των συναθροίσεων και των διαδηλώσεων, η αυξημένη παρουσία κατασταλτικών δυνάμεων στις λαϊκές κινητοποιήσεις, η υποχώρηση θεσμικών εγγυήσεων σε κρίσιμους χώρους όπως τα πανεπιστήμια, καθώς και οι περιορισμοί ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων σε περιόδους έκτακτης ανάγκης, όπως γνωρίσαμε και στην περίοδο της πρόσφατης πανδημίας. Τέλος, έχει υποσκαφθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης όταν επιδεικνύεται επιείκεια απέναντι σε παραβιάσεις που αφορούν τους μηχανισμούς καταστολής, αλλά αυστηρότητα απέναντι σε κοινωνικές αντιστάσεις και πολιτικούς αντιπάλους.[26]
Εστιάζοντας περισσότερο στο πολιτισμικό πεδίο, την τελευταία δεκαετία συγκροτήθηκε ένας διεθνώς προσλαμβανόμενος «χώρος» κρίσης, όπου η ελληνική εμπειρία μιντιοποιήθηκε και αισθητικοποιήθηκε, μετατρέποντας τον ανθρώπινο πόνο σε θέαμα και πολιτισμικό προϊόν. Έτσι, η κρίση εμπορευματοποιήθηκε και η σύγχρονη ελληνική κουλτούρα έγινε προσπάθεια να νοηματοδοτηθεί σχεδόν αποκλειστικά μέσα από το αφήγημα αυτό.[27]
Η διεθνής πρόσληψη της ελληνικής κρίσης ανέδειξε ένα μεγάλο φάσμα ανάμεσα στην ενσυναίσθηση και τη θεαματοποίηση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα αντιπαράθεσης αυτό που ονομάστηκε ως «τουρισμός της κρίσης». Τέθηκε υπαρχής το ερώτημα αν η τέχνη οφείλει να αναπαριστά ρεαλιστικά την κρίση ή να αμφισβητεί τους ίδιους τους τρόπους αναπαράστασής της. Το ζήτημα αυτό αναδείχθηκε έντονα με αφορμή ανθολογίες ποίησης για την κρίση, όπως εκείνη της Κάρεν βαν Ντάικ, η οποία στόχευε να προβάλει την πολυφωνία της σύγχρονης ελληνικής ποίησης σε συνθήκες λιτότητας. Παρότι η ανθολογία χαιρετίστηκε για τη διεθνή προβολή της ελληνικής ποίησης, επικρίθηκε στην Ελλάδα για εμπορευματοποίηση της κρίσης, καθώς και για μια «εξωτικοποιητική», σχεδόν «αποικιοκρατική», όπως κατηγορήθηκε, ματιά.[28]
Βιολογικές γενιές
Στο πρώτο τέταρτο του 21ου αι. ζουν και γράφουν ποιητές που ανήκουν σε διαφορετικές βιολογικές γενιές, ηλικιακή ποικιλομορφία που εντοπίζεται και στην παρούσα ανθολογία.[29] Ανθολογούνται άτομα που έχουν γεννηθεί από το 1957 έως και το 2000. Δηλαδή έχουμε εκπροσώπους και από τη γενιά των Boomers και της Gen X αλλά και των Millennials και της Gen Z με όλες τις επιφυλάξεις και τις αντιρρήσεις αυτών των βιολογικών κατατάξεων, επιφυλάξεις που γιγαντώνονται αν επιχειρήσουμε να ορίσουμε και τα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά τους[30] ή τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία επιλέγονται τα χρονικά ορόσημα καθώς και το εύρος της κλίμακας των μεταβάσεων.[31]
Η γενιά των Baby Boomers (γεν.1946-1964) στην Ελλάδα διαμορφώθηκε μέσα σε συνθήκες έντονης κοινωνικής αστάθειας, καθώς τα παιδικά και νεανικά της χρόνια συνέπεσαν με τον Εμφύλιο Πόλεμο, τη μετεμφυλιακή φτώχεια και τη μαζική μετανάστευση. Πρόκειται για γενιά που συνδέεται με τη συλλογική δράση, την αντιδικτατορική πάλη και την οικοδόμηση του μεταπολιτευτικού κράτους. Οι Boomers επωφελήθηκαν περισσότερο από την επέκταση του δημόσιου τομέα και την κοινωνική κινητικότητα αποκτώντας εργασιακή σταθερότητα και στον έναν ή τον άλλο βαθμό ιδιοκτησία.[32]
Η Generation X (γεν.1965-1980) παρόλο που γεννήθηκε στη δικτατορία, μεγάλωσε ωστόσο στη μεταπολίτευση, σε συνθήκες σχετικής κοινωνικής και οικονομικής σταθερότητας, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης ευημερίας και επέκτασης της κατανάλωσης. Πρόκειται για τη γενιά που ενηλικιώθηκε πριν από την επέλαση του διαδικτύου και εισήλθε στην αγορά εργασίας σε περίοδο ανάπτυξης, γεγονός που της επέτρεψε, ως έναν βαθμό, να εξασφαλίσει σταθερή απασχόληση πριν την οικονομική κρίση. Στην ελληνική πραγματικότητα, η Gen X συχνά θεωρείται η «τελευταία γενιά κανονικότητας», καθώς πρόλαβε βασικά κοινωνικά οφέλη που δεν είναι πλέον διαθέσιμα στους νεοτέρους. Ταυτόχρονα, βίωσε την κρίση κυρίως ως απώλεια κεκτημένων δικαιωμάτων και όχι ως το αρχικό πλαίσιο κοινωνικοποίησης.[33]
Οι Millennials (γεν.1981-1996) αποτελούν τη γενιά που επλήγη πιο άμεσα και βαθιά από την οικονομική κρίση, καθώς η είσοδός τους στην αγορά εργασίας συνέπεσε με την περίοδο 2008-2015. Παρότι μεγάλωσαν σε περιβάλλον σχετικής ευημερίας και προσδοκιών κοινωνικής ανόδου, βρέθηκαν αντιμέτωποι με υψηλή ανεργία, επισφαλείς μορφές απασχόλησης, μετανάστευση (brain drain) και καθυστέρηση στις θεωρούμενες ως «βασικές μεταβάσεις» της κοινωνικής ζωής, όπως είναι η οικονομική ανεξαρτητοποίηση ή η δημιουργία οικογένειας. Μιλώντας για την ελληνική πραγματικότητα, οι Millennials χαρακτηρίζονται από έντονη αίσθηση ματαίωσης και απώλειας προσδοκιών, αλλά και από αυξημένο μορφωτικό κεφάλαιο. Συχνά βιώνουν μια «διπλή ασυνέχεια»: Αφενός σε σχέση με τη Gen X που προηγήθηκε, αφετέρου ως ενδιάμεση γενιά ανάμεσα στην αναλογική και την πλήρως ψηφιακή εποχή. [34]
Η Generation Z (γεν.1997-2012) είναι η πρώτη γενιά που κοινωνικοποιήθηκε εξ ολοκλήρου μέσα στην οικονομική κρίση και τη μακροχρόνια αβεβαιότητα, χωρίς βιωματική εμπειρία περιόδου ευημερίας. Μεγάλωσε σε περιβάλλον ψηφιακής τεχνολογίας, ψηφιακών μέσων κοινωνικής δικτύωσης και διαρκούς επισφάλειας, γεγονός που διαμόρφωσε μια πιο πραγματιστική, αλλά και συχνά πιο κυνική στάση απέναντι στην εργασία, την πολιτική και τους θεσμούς. Σε αντίθεση με τους Millennials, η Gen Z τείνει να έχει χαμηλότερες προσδοκίες κοινωνικής ανόδου, αλλά μεγαλύτερη εξοικείωση με την ευελιξία, την πολυαπασχόληση και τη διαρκή προσαρμογή. Μιλώντας για τη σημερινή Ελλάδα, η γενιά αυτή εμφανίζεται λιγότερο ιδεολογικά δεσμευμένη και περισσότερο προσανατολισμένη σε νέες μορφές ταυτότητας και κοινωνικής συμμετοχής.[35]
Κατατακτήρια ταυτότητα
Το κατατακτήριο νήμα της παρούσας ανθολόγησης είναι αλφαβητικό, βάσει του επωνύμου των ποιητών/τριών και ο συνδετικός ιστός είναι η έκδοση του πρώτου τους βιβλίου. Συνυπάρχουν επομένως όσοι και όσες δημοσιεύουν για πρώτη φορά μετά το 2000, δηλαδή στο γύρισμα του 21ου αι. Υπάρχουν ωστόσο μικρές αποκλίσεις: Αναφέρονται περιπτώσεις που οι δημοσιεύσεις, παρόλο που θεωρούνται πρωτόλειες ή «νεανικές», έχουν γίνει ήδη από τη δεκαετία του ’80 και του ’90. Βέβαια. το μεγάλο εύρος της Ανθολογίας καλύπτεται από άτομα που έχουν γεννηθεί ανάμεσα στο 1970 και 1990 και οι πρώτες τους δημοσιεύσεις έχουν γίνει μετά το 2000. Με όλα τα παραπάνω, θέλω να υπογραμμίσω τις εγγενείς δυσκολίες και τις σκοπέλους που συναντά κάθε προσπάθεια συγκρότησης, ανθολόγησης και θεωρητικής τεκμηρίωσης ή θεωρητικής εξαγωγής συμπερασμάτων.
Αν όμως υιοθετήσουμε μια άποψη για την πρωταρχικότητα των κειμένων και όχι των ατόμων («τα κείμενα έχουν μεγαλύτερη αξία από τα ονόματα»[36]) τότε όλες αυτές οι πληροφορίες της ηλικιακότητας και των βιολογικών γενεών υποχωρεί. Τι αλλάζει άραγε για τον αναγνώστη η πληροφορία ότι η έκδοση του πρώτου βιβλίου των ποιητών/τριών γίνεται μετά το 2000; Τι αλλάζει στην ερμηνεία, την πρόσληψη ή τη συγκριτική ανάγνωση των ίδιων των κειμένων; Μπορούμε να την αγνοήσουμε, τη στιγμή μάλιστα που αποτελεί το πρώτιστο κριτήριο επιλογής των κειμένων; Προσθέτει κάτι για τα ίδια τα κείμενα, αν γνωρίζουμε αυτή την πληροφορία για το έργο των συγγραφέων τους; Αν γνωρίζουμε π.χ. για το υποκείμενο της συγγραφής πως πρόκειται για ένα άτομο 50 ετών που σ’ αυτή την ηλικία αποφασίζει να εκδώσει ή για ένα άτομο 20 ετών που αποφασίζει ότι θέλει και νωρίς να εκφραστεί ποιητικά, αλλά και να εκδώσει εν ταυτώ την ποιητική του απόπειρα; Η χρονικότητα της απόφασης αυτής εξαλείφει τις όποιες άλλες διαφορές ανάμεσα στα άτομα των οποίων διαβάζουμε τα βιογραφικά τους; Δηλαδή τη διαφορά των κοινωνικών και ιστορικών βιωμάτων, αλλά και των προσωπικών π.χ. από την επαγγελματική ή ιδιωτική ζωή ή και αυτών της συμβίωσης και του συγχρωτισμού π.χ. πιθανόν με άλλους/ες ποιητές/τριες, τη διαφορετική εκπαίδευση που έλαβαν κ.λπ.;
Επίσης χρειάζεται να σημειώσουμε ότι η ανθολόγηση περιλαμβάνει ένα μόνο ποίημα από τα ανθολογούμενα άτομα, το οποίο μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε ποιητικό τους βιβλίο, το πρώτο ή το τελευταίο, που ενδέχεται να απέχει δηλαδή έως και 25 χρόνια από την πρώτη εμφάνιση του ποιητή/τριας. Τι θα συνέβαινε όμως στην περίπτωση που θα είχαμε μια ανθολογία κειμένων και όχι προσώπων; Θα έπρεπε να ανθολογούνται ποιήματα από τις ποιητικές συλλογές των ετών 2000-2025, ασχέτως του έτους της πρώτης έκδοσης των δημιουργών τους. Τότε θα μπορούσαμε να έχουμε περισσότερο εδραιωμένα τα συσχετιστικά δεδομένα για τις μεταβάσεις, τις συνέχειες και τις τυχόν ρήξεις και ασυνέχειες ανάμεσα στα άτομα που γράφουν για πρώτη φορά ή εξακολουθούν να γράφουν πενήντα χρόνια μετά, εντός του 21ου αιώνα;
Ποιητικές «γενιές»;
Αλλά ας θυμηθούμε τις παλαιότερες γραμματολογικές κατατάξεις των ποιητικών γενιών.[37] Σύμφωνα με τις κοινές παραδοχές των γραμματολογικών κατατάξεων, οι ποιητές/τριες που γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα 1940-1955 και κυκλοφόρησαν την πρώτη τους ποιητική συλλογή στα χρόνια 1967-1974 εντάχθηκαν κάτω από τον όρο-ομπρέλα «γενιά του 1970». Προτάθηκε επίσης και χρησιμοποιήθηκε έως περίπου τα μέσα της δεκαετίας του 1980 η ονομασία «γενιά της αμφισβήτησης», επειδή το έργο τους θεωρήθηκε άμεσα συνδεδεμένο με το βασικό αυτό χαρακτηριστικό του πολιτικού και κοινωνικού κλίματος εκείνης της εποχής.[38]
Για τους/τις ποιητές/τριες που έκαναν την εμφάνισή τους σε νεαρή ηλικία κατά τη δεκαετία του 1980 διατυπώθηκε και χρησιμοποιείται ανά διαστήματα μέχρι σήμερα ο χαρακτηρισμός «γενιά του 1980». Ο χρονολογικός πυρήνας αυτής της γενιάς περιλαμβάνει ποιητές/τριες γεννημένους/ες από το 1955 έως το 1967, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των πρώτων ποιητικών τους βιβλίων εκδόθηκε εντός της δεκαετίας του ’80. Παράλληλα, ως εναλλακτική ονομασία, χρησιμοποιήθηκε ο όρος «γενιά του ιδιωτικού οράματος»,[39] στηριγμένος στην άποψη ότι η δεκαετία του 1980, τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα, σημαδεύτηκε από υποχώρηση των συλλογικών οραμάτων που άλλοτε κινητοποιούσαν ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας.[40]
Ο Αλέξης Ζήρας, στην εισαγωγή του στην Anthologia Hellenica. Το καινούργιο εντός ή πέραν της γλώσσας. Ανθολογία νέων ποιητών, υιοθετεί την άποψη ότι η ποιητική γενιά του 1990 βρέθηκε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στο περιθώριο.[41] Αυτή η περιθωριοποίηση –είτε συνειδητή είτε όχι– συνιστά ένα στοιχείο που τη διαφοροποιεί. Η αποκαλούμενη λοιπόν «αθέατη» γενιά, όπως χαρακτηρίστηκε στην ομώνυμη ανθολογία των Εκδόσεων Μανδραγόρας (Γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς. Ανθολογία της γενιάς του ’90, 2002), υπήρξε κατεξοχήν διάσπαρτη. Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, ώστε τα όριά της να παραμένουν ρευστά και να συγχέονται συχνά με εκείνα της «γενιάς του 2000». Όπως επισημαίνεται στην εισαγωγή της ανθολογίας αυτής από την Αγγελική Κωσταβάρα, είναι αδύνατον να υπάρξει πραγματική ασυνέχεια στην ποιητική παραγωγή. Αυτό που μπορεί, ωστόσο, να συμβεί είναι η περιθωριοποίηση και, ταυτόχρονα, η μείωση της έντασής της κριτικής ενασχόλησης και της αναγνωστικής ανταπόκρισης ‒σε αντίθεση με την αντίστοιχη άνθιση της πεζογραφίας και δη του μυθιστορήματος, όπως επισημαίνει η Τιτίκα Δημητρούλια, άνθιση που εν μέρει δικαιολογεί και την «ποιητική υποχώρηση».
Από το 2000 και μετά διαμορφώνεται μια δυναμική είσοδος νέων, ποιητών/τριών στο λογοτεχνικό προσκήνιο.[42] Το ενδιαφέρον της κριτικής επανέρχεται στην ποίηση των νεότερων δημιουργών, τόσο από επαγγελματίες κριτικούς όσο και από ποιητές/τριες παλαιότερων γενεών, όπως ο Γιάννης Βαρβέρης, ο οποίος, παρουσιάζοντας νέους/ες ποιητές/τριες, σημείωσε ότι απέδειξαν «ότι το Μαντείον δεν απέθανε και δεν απέσβετο το λάλον ύδωρ».[43]
Η «γενιά του 2000», όπως τείνει να ονομαστεί συγκρότησε ένα νέο σχήμα: Ένα σύνολο αυτόνομων, ξεχωριστών φωνών, χωρίς κοινό αισθητικό ή πολιτικό υπόβαθρο, χωρίς σύγκλιση σε τεχνοτροπία ή ιδεολογία. Παρολαυτά εκείνο ακριβώς που τους συνδέει είναι ότι προτάσσουν τον θεματικό κατακερματισμό τους: Όλο και περισσότερο χρησιμοποιούν και οι ίδιοι/ες όπως και οι κριτικοί τους, όρους όπως έμφυλη, queer, φεμινιστική κ.λπ. Οι ποιητές/τριες αυτοί/ές συναντώνται περιστασιακά, συνυπάρχουν αλλά και εξίσου εύκολα απομακρύνονται, σχηματίζοντας μικρούς πυρήνες που λειτουργούν ως επιμέρους κοινότητες. [44]
Από τα μέσα της δεκαετίας του 2010 και μετά, οι νεότεροι/ες ποιητές ασχολήθηκαν με την κοινωνικοπολιτική κρίση αναδεικνύοντάς την ως πυρηνικό θέμα ‒ωστόσο αποτελεί ένα ερώτημα, σύμφωνα με τη Βαρβάρα Ρούσσου, κατά πόσο οι ηλικιακά ώριμοι/ες δημιουργοί της περιόδου 2010-2020 ενσωμάτωσαν την κρίση στο έργο τους και υπό ποιες προϋποθέσεις.[45]
Πάντως μετά την υποχώρηση της κρίσης, σύμφωνα με τον Μάκη Καραγιάννη, εκείνο που μένει τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία είναι «η επανάκαμψη του κοινωνικού βλέμματος». Η συνειδητοποίηση ότι, πέρα από τις προσωπικές δοκιμασίες, ο άνθρωπος δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκομμένος από το κοινωνικό του πλαίσιο. «Ότι το εκκρεμές, αυτή τη φορά, φαίνεται πάλι να κινείται από το ατομικό προς το συλλογικό».[46]
Αυτοί/ές οι νεότεροι/ες ή και όχι πλέον και τόσο νέοι/ες ποιητές/τριες μιλούν για παρόμοια βιώματα και μοιράζονται παρόμοια εκφραστικά εργαλεία, σπάνε σχήματα και φόρμες ή επανέρχονται με ανανεωτική διάθεση στις παλιές, συνομιλούν με άλλες τέχνες, προσφεύγουν στην προφορικότητα ή και στην αντι-ποιητικότητα, γίνονται είρωνες και χλευαστικοί/ές, αισθάνονται εκπρόσωποι επιμέρους κοινοτήτων, στις οποίες θέλουν να δώσουν ορατότητα. Όπως και οι παλαιότερες γενιές μιλούν για την υπαρξιακή κρίση, αναφέρονται σε σκηνικά βίας, όπου τα πάντα έχουν βυθιστεί στη φθορά, μιλούν για την αδυναμία του ατόμου να αυτοπροσδιοριστεί, για την καταπίεση του ετεροπροσδιορισμού. Αναφέρονται σε εφιαλτικές οικογενειακές αναπαραστάσεις, στη σκοτεινή παιδική ηλικία της διάψευσης. Είναι αξιοσημείωτο ότι έχει αυξηθεί πολύ ο αριθμός των γυναικών που εκδίδουν ποιητικά βιβλία, γυναικών που μιλούν με έμφαση για το έμφυλο βίωμα, τις ποικίλες αναπαραστάσεις του φύλου καθώς και την έμφυλη βία. [47]
Αλλά ας πειραματιστούμε με μία συνανάγνωση. Να συναναγνώσουμε τα χρονικά άκρα της Ανθολογίας: τα τρία ποιήματα των τριών μεγαλύτερων ηλικιακά και τα τρία ποιήματα των τριών νεοτέρων. Επειδή η ανθολογία είναι δυναμική και εξελισσόμενη ενδέχεται τα άκρα αυτά να μετατοπιστούν ‒αλλά με περισσότερες πιθανότητες αυτό να γίνει ως προς το δεύτερο σκέλος και όχι ως προς το πρώτο.
Α.1
Παναγιώτης Γαλανόπουλος[48]
ΓΗ ΚΑΙ ΥΔΩΡ
Μ’ αρέσουν οι γυμνές κορφές του βουνού
Όταν τις φωτίζει ο ήλιος.
Μ’ αρέσουν και οι έρημοι δρόμοι,
Μ’ αρέσουν και οι άδειες πλατείες,
Μ’ αρέσουν τα πεσμένα φύλλα στα σκιερά μονοπάτια,
Ανάμεσα στους τάφους,
Στα νεκροταφεία.
Μ’ αρέσει και η ησυχία.
Μ’ αρέσουν τα πουλάκια
Όταν προσγειώνονται ανάλαφρα
Και όλο τσιμπολογάνε·
Κι ας κάνουν φασαρία.
Μ’ αρέσουν και τα χρώματα
Που παίρνουν τα σύννεφα
Όταν γέρνει ο ήλιος.
Μ’ αρέσει και το χιόνι
Που χάνεται στη θάλασσα.
Μ’ αρέσουν και οι πένθιμες κωδωνοκρουσίες·
Των καμπανών της ελευθερίας.
Μ’ αρέσουν και οι χειμώνες,
Μ’ αρέσει και η άνοιξη,
Μ’ αρέσουν τα φθινόπωρα,
Μ’ αρέσουν τα καλοκαίρια.
Μ’ αρέσουν τα λουλούδια με τα έντονα χρώματα
Όταν τα περιτριγυρίζουνε ζουζούνια·
Και όλο ζουζουνίζουν.
Μ’ αρέσει και η κυρία μου
Όταν με γυροφέρνει ήσυχα,
Χωρίς να φασαρία.
Τώρα όμως συγχωρείστε με
Πρέπει να πάω για ύπνο.
(Ξέχασα όμως να πω
ότι μ’ αρέσουν και τα πλοία
και αυτά που έρχονται
και αυτά που φεύγουν.
Κυρίως όμως αυτά που φεύγουν.
Κι ανοίγονται σιγά σιγά στο πέλαγος,
σφυρίζουν και βουλιάζουν μετά από λίγο.)
Α. 2
Νίκος Κυριακίδης[49]
ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
«Αύριο θα κόψουμε
»Κάτι λουλούδια
»Αύριο θα ψάλλουμε
»Κάτι τραγούδια,
»Εις την πολύανθη
πρωτομαγιά»
Διονύσιος Σολωμός
Όσοι αρνήθηκαν τον πατέρα και τη μητέρα τους,
πράττοντας αλλιώτικα
Αυτοί που δεν πρόσεξαν την ασφάλεια των παιδιών τους,
ανεξαρτήτως εάν είχαν
Όσοι ξέρουν τη φλέβα που ενώνει τη σόλα με το πεζοδρόμιο,
χωρίς καμιά εξοχή να παρεμβάλλεται ακάλεστη
Αυτοί που δεν πίστεψαν πως υπάρχουν «ελάχιστοι» αδελφοί
μας…
βλέποντας το Μέγιστο στα νύχια της οδύνης,
κολλημένο σαν βρώμα
Όσων τα γήπεδα της ηδονής ήταν κυρίως υπαίθρια,
‒με το μάτι να παραφυλάει στην τσίτα
μη και μπει ο ευνούχος κανόνας
με τους υστερικούς του δολοφόνους
Τα παιδιά που παραμυθιάζονται ‒πιο πολύ‒ εκείνα τα δευτε-
ρόλεπτα,
πριν ξανακάνουν με λύσσα όσα ξορκίζουν
Όσοι όταν γερνούν
σιωπηλά αποσύρονται
και διώχνουνε με πείσμα
την πορνεία της αδράνειας
Όσοι λαθεύουν γιατί δεν ησυχάζουν
Όσοι μένουν άγνωστοι
γιατί δεν ακκίζονται
Όσοι αγαπούν την ταχυπαλμία και ας είναι η τελευταία
Αυτοί που θυμώνουν εύκολα
που ξεχνούνε εύκολα
αλλά ξαναθυμώνουν οριστικά
οι κακοί γείτονες
‒από τότε που αυτοκτόνησαν οι αυλές‒
που παραμυθιαστήκανε εκτός των εργατικών πολυκατοικιών,
με τα πρωινά ξυπνήματα, τις φωνές των ερώτων,
τις φωνές των «οικονομικών προβλημάτων»
Οι θαμώνες των προποτζίδικων που μιλούν πολύ, ιδιαίτερα όταν δεν ξέρουν τίποτα
Οι αληθινοί αρχιεπίσκοποι των θρησκευόμενων:
Γριές κατσιασμένες και αγράμματες
που επέβαλαν τη φιλενάδα τους την Παναγία
στους μετά – Ιουδαίους ινστρούχτορες
που εννοούν, χωρίς φόβο και εμετικό αυτοοίκτο, το
«κουράστηκα
πάω να βρω τον Πλάστη μου»
…
είναι «Πρωτομαγιά»
Α.3
Γιώργος Γιαννόπουλος[50]
Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ
Ο εαυτός μας είναι οι άλλοι
το χέρι που μας απίθωσε
στη λήθη του χρόνου
η συγκατάβαση στο λεπίδι του ήλιου
η προσμονή πίσω από το συρματόπλεγμα
το θρυμματισμένο κορμί
που εγκολπώνεται τον έρωτα
ουλή ακρωτηριασμένου μέλους
το χνώτο που μας ζέστανε για πάντα
Ο εαυτός μας είναι οι άλλοι…
Ο φίλος που βούτηξε στο κενό
κι άφησε ανέπαφη τη νεκρική του ευγένεια.
Ω.1.
Ανδριάνα Θεοχάρη[51]
ΤΕΜΑΧΙΣΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΕΙ
Καλωσορίσατε στη δυστοπία μας
Τεμαχίστε την για να σας ευχαριστήσει
Ποτέ δεν εντυπωσίασε όποιος έθετε τον πήχη ψηλά
αντίθετα η απογοήτευση όταν έρχεται
είναι ακαριαία
Τεμαχίστε την για να σας ευχαριστήσει
και αν συγκεκριμένα τα άκρα της είναι αυτά που χρησιμεύουν
ακρωτηριάστε την για να βγει από τη σορό της
πολλαπλασιασμένη και αποδοτικότερη
τροποποιημένη γενετικά για να ανταπεξέλθει
Λερναίο μπούτι κοτόπουλου γνωστού ταχυφαγείου
Την ακρωτηριάζετε για το καλό της
για να δει ότι μπορεί και καλύτερα
Είμαστε τα κορίτσια που τα προλαβαίνουμε όλα
Καλωσορίσατε στη δυστοπία μας
Όσοι θέλουν να βγάλουν δίσκο
πρέπει πρώτα να κουβαλήσουν δίσκο
και στις δραματικές σχολές δεν διδάσκουν Ίψεν
αλλά την τέλεια πόζα για να διαφημίσεις σαμπουάν
και μπάρες δημητριακών
Είμαστε τα κορίτσια που στο στομάχι δεν είχαν πεταλούδες
αλλά μεταξοσκώληκες
που δεν πρόλαβαν να γίνουν πεταλούδες
Φταίει και που τίποτα δεν έμαθα να ολοκληρώνω
Ούτε την υπομονή να τελειώσει ένα τετράδιο δεν είχα
πριν πιάσω το επόμενο
ούτε τη συγκρότηση να τελειώσω μια κουβέντα
πριν πιάσω τ’ άλλο θέμα
και ενώ στην αδερφή μου άρεσαν τα σταυρόλεξα
εγώ δεν είχα την υπομονή
Εκείνη τα έλυνε και εγώ περνούσα
και ζωγράφιζα σκουλαρίκια μαύρα δόντια και κραγιόν
στους ηθοποιούς
Σιγά μην ήμουν ικανή να περιμένω την εκκόλαψη
Είμαστε τα κορίτσια που στο στομάχι έχουν
μεταξοσκώληκες
όλο πεθαίνουν πριν γίνουν πεταλούδες
δεν πατάνε έξω από το στομάχι μας
γι’ αυτό έχουμε ναυτία
Κάθε φορά που νομίζαμε γίνανε πεταλούδες
στεκόμαστε διπλωμένες πάνω από την τουαλέτα
να τις ελευθερώσουμε
μ’ αυτές τίποτα
μουλιάζουν νεκρές μέσα στα γαστρικά μας υγρά
και ‘μείς να περιμένουμε πότε θα κοπάσει το μαρτύριο
Ω.2
Ντέμη Αναγνωστούλη (Jessica)[52]
Moving Towards Static
Οι αποστάσεις πάγωσαν. Τροποποιήσαμε τα μούτρα μας να μη μας λένε «γειά» πια. Ένα reset σε μια στιγμή, Freeze reality. Δεν ξεπηδήσαμε από την πραγματικότητα πολλαπλές φορές. Μία ήταν και κράτησε ως σήμερα. Την ζούμε στο κεφάλι μας γιατί αυτή απ’ έξω μας έχει καταρρακώσει. Πατήσαμε στα πόδια μας και κάναμε τα πρώτα βήματά μας με φόρα. Κατρακυλήσαμε από το κρεββάτι πολλές φορές πολλές από τους εφιάλτες. Θρυμματίσαμε τα σχοινιά να τρέξουμε μακριά, άλλα τα κάναμε κόμπους να μας ανεβάζουν στα ύψη. Δίναμε προσοχή σε ότι μας γυάλιζε και σηκώναμε τους άλλους από κάτω, ή πέφταμε μαζί τους να μη νοιώθουν μοναξιά. Ζούσαμε και ζούμε τη ζωή σε κρυπτοκώδικα που glitchάρει. Τροποποιήσαμε τα μούτρα μας να μη μας λένε «γειά» πια. Αποθηκεύσαμε φωτογραφίες σε φακέλους και μετά τους διαγράψαμε μαζικά να μη μαυρίζουμε. Τα λέγαμε τακτικά και τώρα τρέχουμε στα tabs, και στους δρόμους και τα λέμε πιο λίγο. Προσέξαμε να μη μας δουν στα καλύτερά μας και οι κάμερες να είναι πάνω μας στα χειρότερα. Και ας λέμε πως τις σιχαινόμαστε. Τη χαρίσαμε σε πολλούς και σε άλλους που έπρεπε δε δώσαμε ούτε ψίχουλο. Πάλι καλά κάναμε φίλους και τους έχουμε κοντά, να μας φτύνουν τα βράδια που πονάμε πιο πολύ σα να ξέραν ότι θα βγούμε πιο δυνατοί απ’ αυτό. Και βγήκαμε.
Μήνυμα στον μελλοντικό μου εαυτό. Ο κωδικός χρηματοκιβωτίου είναι 2ΧΧΧ και η Α.Ι. μπορεί να είναι πλέον και η μόνη λύση.
~ AI may surpass us.
Ω. 3
Άγγελος Μπέρτος[53]
ΓΛΕΙΨΑΜΕ ΚΑΙ ΛΑΛΗΣΕ
Στη πλατεία είχε ήλιο
Ένα γλειφιτζούρι κοκοράκι έδινε μια ατμόσφαιρα μελαγχολική
Κανείς δε καθόταν στο καφενείο
Όλοι περιτριγύριζαν το γιγάντιο γλυκό
Το ξυλάκι που κλωσούσε ο κόκορας ήταν πάνω από πενήντα μέτρα
Τους έβλεπα να σκαρφαλώνουν ο ένας πάνω στον άλλον
Ένας προσπάθησε να φτιάξει μια συσκευή σμίκρυνσης
Ένας παπάς με κόκκινα ράσα ξύριζε το μαλλί του μοϊκάνα
Και, έπειτα
Ζήταγε είκοσι ευρώ για να κόψει και τα μαλλιά των άλλων
Τέλος,
Ένας αριστερός
Λαλούσε
Πως το πτηνό αυτό είναι η επανάσταση
Και πουλούσε τον νέο κομματικό τύπο
Με όνομα
Πανηγύρι
Εγώ έφτυσα μια χλέπα στη σφεντόνα μου
Και σημάδεψα στο λειρί του
Όταν οι άνθρωποι φύγανε το βράδυ
Κάπως πεθαμένοι
Έκατσα κάτω από τον κόκορα
Είχα σαφώς υπολογίσει σωστά τον χρόνο
Που ιδρώνουν τα γλυκά
Με τόσα έτη προπόνησης
Άνοιξα το στόμα
Καθώς έβλεπα τη κουτσουλιά να πέφτει
Γεμάτη ζάχαρη
Και μυγάκια
Επιλογικά
Νομίζω ότι η παραπάνω συνανάγνωση επιβεβαιώνει αρκετές από τις προηγούμενες διαπιστώσεις αναφορικά με τη διαφοροποίηση του βλέμματος, ανάμεσα σε άτομα διαφορετικής ηλικίας, τουλάχιστον στο επίπεδο της πρόσληψης του βιώματος συνύπαρξης του εγώ με τον άλλον, του ατόμου με την ομάδα και το σύνολο. Οι νεότεροι/ες ανήκουν σε ένα πιο ευδιάκριτο υποσύνολο, μιλώντας ως υποκείμενα «κατ’ εξοχήν» και έχουν κριτική στάση έντονα υπονομευτική, οργίλη ή/και χλευαστική για το παρελθόν, ενώ στους/ις μεγαλύτερους/ες ηλικιακά η ειρωνεία είναι ηπιότερη, η οργή υποχωρεί έναντι της απογοήτευσης και η απόσταση δηλώνεται λιγότερο ρηγματώδης. Στο εκφραστικό ή γλωσσικό επίπεδο οι διαφοροποιήσεις υπάρχουν αλλά εμφανίζονται περισσότερο αμβλυμένες από ό,τι θα περίμενε κανείς, σαν να πρόκειται για ένα όχημα που το παρελθόν το οποίο το βαραίνει δεν είναι ύψιστης σημασίας, μια που τα εκφραστικά υποκείμενα φαίνεται πως αγωνιούν περισσότερο για το τι και όχι για το πώς. Αυτές βέβαια οι διαπιστώσεις δεν μπορούν παρά να είναι περιορισμένες από τον μικρό αριθμό των συσχετιζόμενων και περιοριστικές γιατί το δείγμα, ούτως ή άλλως, θα είναι συνεχώς ανανεούμενο.
Αξιοσημείωτη πάντως είναι η συμπερίληψη στίχων από τραγούδια ή κείμενων που δηλώνονται ως αντιπροσωπευτικά μορφών, όπως η slam poetry και η video poetry δηλαδή μορφών που έχουν κατεξοχήν προφορικό χαρακτήρα και συνομιλούν εγγενώς με άλλες τέχνες, όπως η μουσική, η εικόνα, το βίντεο κ.λπ. ενώ αποτυπώνονται δευτερογενώς σε γραπτή μορφή με υποτονικό, αναπόφευκτα, το κυρίαρχο χαρακτηριστικό τους, που είναι ο αυτοσχεδιασμός ή/και η διάδραση.
Γενικότερα, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, όπως και η παρούσα Ανθολογία, οι προσπάθειες αποτύπωσης του σύγχρονου ποιητικού μας πεδίου, με όλες τις ενστάσεις ή αμφισβητήσεις για τις λογής αναπόφευκτες σχηματοποιήσεις και τα πεπερασμένα όρια των όποιων γραμματολογικών σχημάτων. Ελπίζω και προσδοκώ η προσπάθεια αυτή να συνεχίσει να εμπλουτίζεται, να ανανεώνεται και να αυτορυθμίζεται, καθώς ο χρόνος θα προχωρά διαβαίνοντας το δεύτερο τέταρτο του 21ου αι.
Και πάνω από όλα εύχομαι να μπορέσει να αποτελέσει ένα εργαλείο γνωριμίας της σύγχρονης ελληνικής ποίησης με την αγγλόφωνη αναγνωστική κοινότητα, ως συνεχιζόμενη χειρονομία που αγωνίζεται εντός του ρεύματος ενός ψηφιακού, συμπαντικού χάους.
Ήσουν ο κολυμβητής χάριν και εξαιτίας του οποίου έγινε η θάλασσα.
Μέχρι να το καταλάβεις, η γέφυρα είχε ολοκληρωθεί. Δεν κολύμπησες ποτέ.[54]
[1] Άννα Αφεντουλίδου, «Προκατειλημμένα», Ελλείπον σημείο, 2010, σ. 29.
[2] Αναφέρω ενδεικτικά: Διημερίδα «Όψεις της σύγχρονης ποίησης: θεσμοί, φωνές, δίκτυα», Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες, 27 και 28 Σεπτεμβρίου 2025, Ημερίδα «Καταγράφοντας το σύγχρονο ποιητικό τοπίο: Τάσεις, θεματικές, προκλήσεις», Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, ο Κύκλος Ποιητών σε συνεργασία με τα περιοδικά Poetix, Θράκα και Φρέαρ, 20 Δεκεμβρίου 2025.
[3] «Τη μεγάλη δυσφορία των ποιητών για την υπαγωγή τους στον κύκλο ή στις γραμμές μιας λογοτεχνικής ομάδας, ομολογώ ότι την είχα αντιληφθεί πρώιμα και την είδα να επαναλαμβάνεται για πολλοστή φορά πολύ όψιμα. Ως προς αυτό το ζήτημα, της γενεαλόγησης δηλαδή, δεν διέφεραν και πολύ τα πράγματα, στις πρώτες οργισμένες αντιδράσεις και τον έντονο σκεπτικισμό των ποιητών που δημοσίευσαν γύρω στο ’70, την κατά τα άλλα ενθουσιώδη εποχή της σύγκλισης του δημόσιου με το ιδιωτικό[…]» Αλέξης Ζήρας, στην Εισαγωγή του στο: Anthologia Hellenica. Το καινούργιο εντός ή πέραν της γλώσσας. Ανθολογία νέων ποιητών, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2009.
[4] Βλ και πάλι ενδεικτικά τη συζήτηση που αναπτύχθηκε γύρω από την Ανθολογία Μέτρα Λιτότητας, επιμ. Dyck Karen, Van, Εκδόσεις Άγρα, 2017.
[5] Αυγερίδης Μάνος -Γαζή Έφη -Κορνέτης Κωστής (επιμ.), Μεταπολίτευση: Η Ελλάδα στο Μεταίχμιο Δύο Αιώνων, Εκδόσεις Θεμέλιο, 2015.
[6] Βούλγαρης Γιάννης, Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης 1974-1990, Αθήνα, Θεμέλιο, 2001.
[7] Τζιόβας Δημήτρης, Η Ελλάδα από τη χούντα στην κρίση. Η κουλτούρα της μεταπολίτευσης, μτφ.Ζωή Μπέλλα- Αρμάου, Γιάννης Στάμος, Εκδόσεις Gutenberg, 2022.
[8] Διαμαντούρος Νικηφόρος, Πολιτισμικός Δυϊσμός και Πολιτική Αλλαγή στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2000 και Τζιόβας Δημήτρης, ό.π. σημ.7.
[9] Κατσαβέλη Ελένη Γ., Η λογοτεχνική κριτική στη Μεταπολίτευση: Αισθητικά και ιδεολογικά ζητήματα της Αριστεράς, Διδακτορική διατριβή, ΑΠΘ, 2023
[10] Ζήρας Αλέξης, «Εποχές της συνοχής. Οι συγγραφείς ως πολίτες στα χρόνια 1967-1974». Για μια ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Προτάσεις, ανασυγκροτήσεις, θέματα και ρεύματα. Πρακτικά συνεδρίου στη μνήμη του Αλέξανδρου Αργυρίου: Ρέθυμνο 20-22 Μαΐου 2011, Συλλογικός τόμος, επιμ. Α. Καστρινάκη, Α.Πολίτης, Δ. Τζιόβας, Ρέθυμνο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης/Μουσείο Μπενάκη, 2012.
[11] Καλλιβρετάκης Λεωνίδας, Δικτατορία και Μεταπολίτευση, Εκδόσεις Θεμέλιο, 2017.
[12] Νάτσινα, Α., Καστρινάκη, Α., Δημητρακάκης, Ι., & Δασκαλά, Ε., Η πεζογραφία στη μακρά δεκαετία του 1960, Κάλλιπος, Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις, 2015. Ανακτήθηκε από: http://hdl.handle.net/11419/2197
[13] Πανσέληνος Αλέξης, Πέντε δεκαετίες, δέκα Έλληνες συγγραφείς – 1η συνάντηση (Πατρίκιος Τίτος, Σκάσσης Θωμάς, Πανσέληνος Αλέξης, Χατζόπουλος Θανάσης) 24 Νοεμβρίου 2022. Ανακτήθηκε από: https://www.blod.gr/lectures/5-dekaeties-10-syggrafeis1/
[14] Ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη και οι Ασημάκης Πανσέληνος, Νικόλας Κάλας, Νίκος Εγγονόπουλος, Οδυσσέας Ελύτης, Κική Δημουλά, Μανόλης Αναγνωστάκης, Γιώργος Χειμωνάς αλλά και πολλοί/ές ποιητές της «γενιάς του 70» Βλ. τον κατάλογο των ιδρυτικών μελών στο: https://www.authors.gr/istoria-article-37.html
[15] Λιόσης Βασίλης, Μισός αιώνας από τη Μεταπολίτευση. Ορισμός, περιοδολόγηση, κομβικά γεγονότα, τάσεις, χρονοσειρές, αποτιμήσεις, Εκδόσεις ΚΨΜ, 2024.
[16] Λιόσης Βασίλης, Ζητήματα τακτικής και στρατηγικής. Η διαλεκτική σχέση πατριωτι- κού-ταξικού. εθνικού-διεθνικού. άμυνας-επίθεσης. μεταρρύθμισης-επανάστασης, Εκδόσεις ΚΨΜ, 2017 και Βασίλης Λιόσης, ό.π., σημ.14.
[17] Λούλης Γιάννης, Η κρίση της Πολιτικής στην Ελλάδα, εκλογές-κοινή γνώμη-πολιτικές εξελίξεις, 1980-1995, Εκδόσεις Σιδέρης, 1995.
[18] Μουζέλης Νίκος, Από την αλλαγή στον Εκσυγχρονισμό, Εκδόσεις Θεμέλιο, 2002.
[19] Κουζής Γιάννης, Η μεγάλη εργασιακή απορρύθμιση. Τα 30+ χρόνια προς το ευέλικτο πρότυπο, Εκδόσεις Τόπος, 2022.
[20] Διαμαντούρος Νικηφόρος, ό.π., σημ. 8.
[21] Λούλης Γιάννης, Ο Δρόμος προς την Άβυσσο, Οι συνέπειες της κρίσης του κομματικού συστήματος: 1981-2011, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2012.
[22] Λιόσης Βασίλης, ό.π., σημ.14.
[23] Κλάιν Ναόμι, Το Δόγμα του Σοκ. Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής, Μτφρ. Φιλιππάτος Άγγελος, Εκδόσεις Λιβάνη, 2010.
[24] Κοζάκος Πάνος, Ελεγχόμενες πτωχεύσεις. Οικονομική κρίση και μνημόνια 2009-2012, Εκδόσεις ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 2019.
[25] Μπογιόπουλος Νίκος, Την άλλη φορά.. .Αριστερά!, Εκδόσεις ΚΨΜ. 2015.
[26] Συλλογικό, Η ελληνική νεολαία στον 20ο αι. πολιτικές διαδρομές, κοινωνικές πρακτικές και πολιτιστικές εκφράσεις, Εκδόσεις Θεμέλιο, 2015.
[27] Μεγάλη συζήτηση έλαβε χώρα στον περιοδικό και ημερήσιο τύπο. Ενδεικτικά μόνο: «Metra gia tsarouchia» στο Athens Review οf Books, αρ.75, Ιούνιος 2016. Και «Το πολιτικό (ως στάση) στην ποίηση (ως πράξη), περ. Φάρμακο τχ.11, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2018.
[28] Ενδεικτικά από τη σχετική αρθρογραφία: Μαρία Κατσουνάκη, «Η τέχνη της κρίσης, η κρίση της τέχνης», Η Καθημερινή, 11 Σεπτεμβρίου 2016.
[29] Εξετάζοντας τις χρονολογίες γέννησης για όσους ποιητές και όσες ποιήτριες το αναφέρουν στα βιογραφικά τους σημειώματα, διαπιστώνουμε ενδιαφέροντα στατιστικά στοιχεία: 12 άτομα έχουν γεννηθεί το χρονικό διάστημα 1957-1969, 37 άτομα έχουν γεννηθεί:1970-1979, 59 άτομα: 1980-1989 και 26 άτομα: 1990-2000.
[30] Θεοδωρίδου Βασιλική, «Αγοραστικές προτιμήσεις της Γενιάς Ζ και εταιρική κοινωνική ευθύνη». Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2023.
[31] ΕΛΣΤΑΤ, Δημογραφικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού της Ελλάδας, Αθήνα, 2025. Ανακτήθηκε από: https://www.statistics.gr/documents/20181/18660142/TETRADIO_2025.pdf/
[32] Papanikolopoulos Dimitris, “Contentious millennials and generational dimensions in contemporary social movements in Greece.” Social Movement Studies 24, no. 2 (2025): 182-198.
[33] Τελειώνη Δήμητρα, “Generational differences in extrinsic and intrinsic international work values between Generation X and Millennials: the case of Greece.” Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, 2018.
[34] Dimock Michael. “Defining Generations: Where Millennials End and Generation Z Begins.” Pew Research Center, January 17, 2019. Ανακτήθηκε από: https://www.pewresearch.org/short-reads/2019/01/17/where-millennials-end-and-generation-z-begins/
[35] ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή, Η γενιά Z στην Ελλάδα: Στάσεις, αντιλήψεις και προσδοκίες. Αθήνα, 2022. Ανακτήθηκε από: https://eteron.org/wp-content/uploads/2022/03/ETERON-Research-GEN-Z-Digital-28-3-2022-1.pdf
[36] Κατερίνα Ηλιοπούλου, «Ο κύριος Ταυ», www.e-poema.eu – Αρ. Τεύχους: 4/Νοέμβριος 2007.
[37] Σοβαρές επιφυλάξεις για τις γενεαλογήσεις έχουν διατυπωθεί από αρκετές πλευρές. Ενδεικτικά αναφέρω: Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, Η έννοια της «γενιάς» στην περιοδολόγηση της ιστορίας, της ιστορίας της λογοτεχνίας και της ιστορίας της τέχνης, Εκδόσεις ΠΕΚ, 2019.
[38] Βλ. και Πρόλογος: Ευριπίδης Γαραντούδης, Σοφία Κολοτούρου στο: Ανθολογία νέας ελληνικής ποίησης, Εκδόσεις Βακχικόν, 2021. Ανακτήθηκε από: https://www.youngpoets.eu/anthologia-neas-ellhnikhs-poihshs/
[39] Ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Η δεκαετία του 1980 (ιδιωτικό όραμα), Εισαγωγή-Ανθολόγηση: Ηλίας Κεφάλας, Εκδόσεις: Λιβάνης, 1989.
[40] Επίτομη ανθολογία, Και με τον ήχον των για μια στιγμή επιστρέφουν… Η ελληνική ποίηση τον εικοστό αιώνα, Ανθολόγηση-Πρόλογος Δώρα Μέντη, Εισαγωγικά σημειώματα Ευριπίδης Γαραντούδης, Αθήνα, Εκδόσεις Gutenberg, 2016.
[41] Ζήρας Αλέξης, ό.π., σημ.3.
[42] Πολλά σχετικά κείμενα του Βασίλη Λαμπρόπουλου βρίσκονται δημοσιευμένα στο blog του: https://poetrypiano.wordpress.com/
[43] Δημητρούλια Τιτίκα, «Από την κρίση της ποίησης στην ποίηση της κρίσης», Τα ποιητικά, Τεύχος 2ο, Ιούνιος 2011.
Ανακτήθηκε από: https://www.dimitroulia.gr/apo_tin_krisi_tis_poiisis_stin_poiisi_tis_krisis-article-668.html?category_id=63
[44] Ενδεικτικά: Ξύπνησα σε μια χώρα. Ελληνική ποίηση σε ενεστώτα χρόνο, Επιμέλεια: Μάνια Μεζίτη, Συντακτική ομάδα: Ειρήνη Μαργαρίτη, Φάνης Παπαγεωργίου, Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, 2019. Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα. Διαρκής ποιητική ανθολογία 2000-2020 με ανθολόγο τον Θανάση Γαλανάκη στο ηλ. περιοδικό Νέο Πλανόδιον (https://neoplanodion.gr/).
[45] Βαρβάρα Ρούσσου, «Σχόλια και ερωτήματα για το θέμα “Ποίηση, κρίση”», ο αναγνώστης, https://www.oanagnostis.gr/syzitisi-scholia-kai-erotimata-gia-to-thema-quot-poiisi-krisi-quot-tis-varvaras-royssoy/
[46] Μάκης Καραγιάννης, «Ποίηση την εποχή της κρίσης: η επανάκαμψη του κοινωνικού βλέμματος», bookpress, 5 Νοεμβρίου 2017. https://bookpress.gr/stiles/eponimos/8175-poiisi-thn-epoxi-tis-krisis-makis-karayiannis
[47] Βλ. και το Επίμετρο στο: Ανθολογία, ΙΙ. Ποίηση, Κρατικά λογοτεχνικά βραβεία. Βραβείο ποίησης 2010-2018. Ανθολόγηση-Επίμετρο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Γενική Γραμματεία Σύγχρονου Πολιτισμού, Γενική Διεύθυνση Σύγχρονου Πολιτισμού, Διεύθυνση Γραμμάτων 2020.
[48] Ο Παναγιώτης Γαλανόπουλος γεννήθηκε το 1957, με πρώτη ποιητική εμφάνιση το 2012.
[49] Ο Νίκος Κυριακίδης γεννήθηκε το 1960 και πρωτοεμφανίστηκε ποιητικά στο διαδίκτυο το 2011.
[50] Ο Γιώργος Γιαννόπουλος γεννήθηκε το 1961. Το 2000 κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή.
[51] Η Ανδριάνα Θεοχάρη γεννήθηκε το 2000 και το πρώτο της βιβλίο εκδόθηκε το 2022.
[52] Η Ντέμη Αναγνωστούλη (Jessica) γεννήθηκε το 1999, το πρώτο της βιβλίο εκδόθηκε το 2017.
[53] O Άγγελος Μπέρτος γεννήθηκε το 1998, η πρώτη ποιητική του συλλογή εκδόθηκε το 2025.
[54] Άννα Αφεντουλίδου, «Υδροστατικόν», Ιστορίες εικονικής ισορροπίας, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013.
