Βάσω Χριστοδούλου 

ΑΝΤΑΡΑ

  Θα μπορούσε να είναι η απόλυτη αγάπη, η μοναδική, η τελευταία παντοτινή αγάπη. Θα μπορούσε να είναι η σχέση που νομίζαμε, η τρέλα που με τη δική μου, το δικό μας σκοτάδι κι όλα τ’ άλλα στον διάολο. Θα μπορούσαμε, αν μπορούσα να με μπορώ. Να μην πνίγομαι στα σάλια από αυτά που δε λέω γιατί δειλιάζω, γιατί υπομένω τα «γιατί» μέχρι που πρήζεται το συκώτι μου στο πιώμα. Θα μπορούσα βράδια να εξαφανιστώ στην Πατησίων και λίγο πριν τις Τρεις Γέφυρες να μετανιώσω σαν σκυλί και να σκέφτομαι ότι δεν θα βρω να παρκάρω στο σπίτι μου αν γυρίσω πίσω. Θα μπορούσα να βολέψω τα κόκαλά μου που πότισαν απ΄ την υγρασία στο Καματερό στις πορτοκαλί φλοκάτες γύρω απ’ το κρεβάτι σου, στο τρύπιο μπουρνούζι και στον καναπέ που παλαντζάρει γιατί υπάρχουνε βίδες που αρνιούνται να κουμπώσουν -εγώ. Θα μπορούσα να μη νιώθω ότι πνίγομαι στα 80 τετραγωνικά με την εντοιχισμένη κουζίνα, τα διπλά τζάμια και τα λαμπάκια που τρώνε τις μπαταρίες πιο γρήγορα απ’ ό,τι τρώω τα σωθικά μου. Θα μπορούσα να νιώθω ότι ανήκω επιτέλους κάπου. Αυτός ήταν πάντα ο αναστεναγμός πριν τον ελαφρύ ύπνο. Θα μπορούσα να μη βάζω 15 πλυντήρια την εβδομάδα γιατί δεν ξέρω τι να κάνω το θυμό μου, τον εαυτό μου και ψάχνω αφορμές να κάθομαι στο μπαλκόνι με τα περιστέρια. Θα μπορούσε το κεφάλι μου να βγάλει τον σκασμό για λίγο, να μη θυμάται, να μη μετράει πλακάκια στο πεζοδρόμιο, να μην ουρλιάζει όταν με φιλάς. Θα μπορούσε να μην ξεκινήσει και το αυτί μου να σιγοντάρει μ’ ένα συνεχόμενο βουητό -σκάσε πια -δε θέλω άλλο -σ' άκουσα Θα μπορούσα να μην πετάγομαι κάθε βράδυ στον ύπνο μου γιατί πέφτω από σκάλες, γλιστράω στα νερά και με κυνηγάει ένας κακός με αγαπημένο πρόσωπο. Θα μπορούσα να μη νιώθω περισσότερο μόνη απ’ ό,τι πριν έξι μήνες στο ισόγειο γατόσπιτο με το σπασμένο πορτατίφ και τα νερά να τρέχουν στους τέσσερεις τοίχους. Θα μπορούσα απόψε να μη συνειδητοποιώ τη ζωή μου και να τη γράφω στο σημειωματάριο που μου χάρισες αλλά να σου ζητάω αναπτήρα γιατί ο δικός μου τέλειωσε όπως τελειώνει το κωλόχαρτο και λερώνω τη βρακί μου -δεν γαμιέται. Θα μπορούσα να είχα έρθει πιο νωρίς σπίτι να σε προλάβω και όχι να πίνω καφέ στη Φυλής μετρώντας αυτοκίνητα χωρίς πινακίδες -θυμάσαι τον Νοέμβρη; Θα μπορούσα να προσπαθήσω πιο πολύ και πιο πολύ όμως στ’ ορκίζομαι προσπάθησα, τα ‘δωσα όλα, ρήμαξα το είναι μου, σ' έβαλα στα κλειδιά μου. Θα μπορούσα. Δεν λυπάμαι που τελικά δεν μπορώ. Στα 40 μου έμαθα να αρνούμαι, ανάποδη και ανυπάκουη κατάφερα. Λυπάμαι μόνο που όταν σου ψιθύρισα για «πάντα» ήξερα ότι έλεγα ψέματα.   ___   Βάσω Χριστοδούλου ΚΑΝΕ ΜΕ Εκδόσεις ΚΑΖΑΝΑΚΙ, 2023   Η Βάσω Χριστοδούλου γεννήθηκε στα Τρίκαλα το 1982. Σπούδασε κλασική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Η πρώτη της ποιητική συλλογή 60 αποχρώσεις του μαύρου σε φόντο λευκό εκδόθηκε το 2012 απ’ τις εκδόσεις Λογείον, και η δεύτερη με τίτλο Sati το 2019 από τις εκδόσεις Κύμα. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε διαδικτυακά περιοδικά και ιστολόγια, στην ανθολογία ποιημάτων του Γιώργου Χ. Θεοχάρη Ξένων αιμάτων τρύγος, (εκδ. Γαβριηλίδης) και στο βιβλίο του Νίκου Τατασόπουλου Διαδρομή, 15 συνθέσεις για μπουζούκι (εκδ. Γαβριηλίδης, 2017). Πέντε ποιήματά της από την πρώτη της συλλογή έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά για λογαριασμό του περιοδικού «La dimora del tempo sospeso».