Η Ποίηση ως Επανεγγραφή του Kόσμου: Ιστορική Μνήμη, Αστικό Τοπίο και Ταυτότητες υπό Διαπραγμάτευση Στον 21ο Αιώνα
Η ελληνική ποίηση του 21ου αιώνα συγκροτεί μία νέα εποχή γραφής, σημαδεμένη από τεκτονικές κοινωνικοπολιτικές μεταβολές, επιτάχυνση της ιστορίας και σταδιακή αποδιάρθρωση των παραδοσιακών βεβαιοτήτων. Η ρευστότητα ως προς τις σύγχρονες ταυτότητες, η αίσθηση ενός κόσμου σε διαρκή αναδιαμόρφωση και η ανάγκη επαναπροσδιορισμού της ατομικής και συλλογικής εμπειρίας οδηγούν στη διαμόρφωση νέων ποιητικών εκφάνσεων. Σε ένα περιβάλλον παγκοσμιοποίησης, ψηφιακής κουλτούρας και μεταβαλλόμενων κοινωνικών και πολιτισμικών δομών, οι ποιητές αναζητούν τρόπους να αναστοχαστούν το βίωμα, να αρθρώσουν τον λόγο της εποχής και να χαρτογραφήσουν τις ρωγμές και τις δυνατότητές της.
Συνομιλία με την Ιστορία
Στην εποχή του τέλους των μεγάλων αφηγήσεων, οι ποιήτριες και οι ποιητές του 21ου αιώνα επιστρέφουν στην πολιτική και συνομιλούν με την Ιστορία. Με επίκεντρο την τρέχουσα ιστορικο-πολιτική συνθήκη, η ποίηση τoυ 21ου αιώνα απαντά με την Ιστορία στο τέλος της Ιστορίας. Εκκινώντας από ιστορικές στιγμές, περιστατικά και γεγονότα, έρχεται να τα μορφοποιήσει ποιητικά, συστήνοντάς μας την Ιστορία ως διαρκή δυνατότητα επανασύνδεσης με τον κόσμο και την ποίηση ως συγκολλητικό υλικό μεταμόρφωσής της. Ο ποιητικός φακός εστιάζει στα βουβά πρόσωπα της ιστορίας, στις ατομικές τους μικροϊστορίες, αποκαλύπτοντας πλευρές που πόρρω απέχουν από τις άσπιλες επίσημες αφηγήσεις, μουτζουρώνοντας την επίσημη μνήμη και τις παραδεδομένες εθνικές πίστεις. To δευτερεύον, το λανθάνον, το ξεχασμένο μετασχηματίζεται έτσι σε πρωτεύον, φανερό και αλησμόνητο.
Οι ποιήτριες και οι ποιητές του 21ου αιώνα έρχονται να καταγράψουν μεταποιώντας σε ποίημα τον παλμό της ιστορικής στιγμής. Τα ποιητικά τους βέλη έρχονται να στιγματίσουν τα αδιέξοδα δρομολόγια της ιστορίας, να μιλήσουν για το τραύμα της ατομικής και συλλογικής μνήμης, για την προσωπική απώλεια και τη συλλογική μελαγχολία. Πρόκειται για μία ποίηση που καταγράφει την ιστορική στιγμή εν τη γενέσει της, δίνοντας ποιητική μορφή στις εμπειρίες προτού εκείνες γίνουν βίωμα.
Η θύελλα παρασύρει και πάλι τον Άγγελο της Ιστορίας στο μέλλον, στην πρόοδο, ενώ τα συντρίμμια σωρεύονται πίσω του κι οι νικημένοι αποκτούν επίγνωση του λόγου και της πράξης αυτής της Ιστορίας και αναλόγως δρουν. Και έτσι, οι ποιήτριες και οι ποιητές μετατρέπονται σε ιστορικούς καθώς σε λίγους μόνο στίχους κατορθώνουν να καταγράψουν αυτό το συλλογικό συναίσθημα ματαίωσης, γνωρίζοντας το ως προσωπικό βίωμα, καθώς η γενιά την οποία περιγράφουν είναι η γενιά στην οποία και οι ίδιοι ανήκουν. Συντίθεται έτσι ένα εναλλακτικό αφήγημα, μία ιστορία από τα κάτω, μία ιστορία από το περιθώριο.
Ποίηση κοινωνικής μαρτυρίας και διαμαρτυρίας
Η κοινωνικοπολιτική διάσταση αποτελεί καθοριστικό άξονα της νέας ποιητικής παραγωγής. Οι ποιητές δεν διστάζουν να αποτυπώσουν την κρίση, τη βία, τις μεταβολές των κοινωνικών δομών και τη συνακόλουθη επισφάλεια, με την ποιητική φωνή να συγκροτεί ένα είδος σύγχρονης κοινωνικής μαρτυρίας, κινητοποίησης, και ενίοτε καταγγελίας. Στην ποίηση αυτής της γενιάς, κληρονόμου ενός ακυρωμένου μέλλοντα και μιας αποκλεισμένης ηλικίας, ο κόσμος βιώνεται ως ανία και ως απειλή, ενώ το σκληρό και μονοσήμαντο της πραγματικότητας ταυτίζεται συχνά με αυτούς που το δημιούργησαν.
Αναμφίβολα, η «γενιά της κρίσης», η δική τους γενιά, μια «χαμένη γενιά» στο μεταίχμιο της ιστορίας, βρίσκεται στο επίκεντρο των ποιητριών και των ποιητών του 21ου αιώνα. Μια γενιά καταδικασμένη σε ένα αέναο δυστοπικό παρόν, με την προσδοκία ενός μέλλοντος σε εκκρεμότητα. Τα οράματα έχουν διαψευστεί, οι ουτοπίες έχουν εκπέσει, τα όνειρα έχουν μετατραπεί σε εφιάλτες. Μια γενιά που φαίνεται προορισμένη να παίξει ρόλο αναλώσιμου στην ιστορία. Μέλη αυτής ακριβώς της γενιάς, οι ποιήτριες και οι ποιητές διαμορφώνουν ένα ποιητικό «εμείς» που στέκει απέναντι στον κόσμο που αποκλείει τόσο τη συγκεκριμένη γενιά όσο και την ίδια την ποίηση.
Στο πλαίσιο αυτό, η ποίηση του 21ου αιώνα καθίσταται κατεξοχήν φορέας δημόσιας ιστορίας, εκφράζοντας ακριβώς την αμηχανία μιας γενιάς που αναγκάζεται να προσαρμοστεί σε ένα πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο απογυμνωμένο από κάθε λογής φαντασιώσεις. Μια γενιάς μετέωρης, που αναζητά τη θέση της στην ιστορία. Μια γενιά ματαιωμένη εξαρχής, μια γενιά που αδυνατεί να ονειρευτεί, μια γενιά που έχει μάθει να αντιμετωπίζει τη φράση «εσωτερική υποτίμηση» όχι ως οικονομική πολιτική αλλά ως καθημερινό βίωμα. Η ποίησή τους γίνεται έτσι σύνθημα στους τοίχους, κραυγή στα χείλη αγανακτισμένων σε πλατείες και πορείες, καθώς οι στίχοι τους έρχονται να εκφράζουν τις σκέψεις, τις αγωνίες και τα αιτήματα μιας ολόκληρης εποχής.
Η Πόλη ως πεδίο διαπραγμάτευσης του ποιητικού και του πολιτικού
Το αστικό τοπίο αποτελεί το κατεξοχήν πεδίο όπου η μνήμη, η ιστορικότητα και η προσωπική αφήγηση διαπλέκονται. Η πόλη στην ποίηση του 21ου αιώνα δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό, αλλά ως κοινωνικοπολιτικός μηχανισμός, χώρος όπου η κοινωνική αποσύνθεση συνομιλεί με τη δυνατότητα αναγέννησης, κατεξοχήν σημείο τομής όπου η απώλεια και ο θρήνος γίνονται δημόσια και συνεπώς καθίστανται δύναμη ανατροπής και εξέγερσης. Η πόλη ως αντικείμενο ουτοπικής επιθυμίας, ως ιδιαίτερος τόπος όπου ανήκει κανείς μέσα σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη χωροχρονική τάξη, κινητοποιεί ένα πολιτικό φαντασιακό στην κατεύθυνση προσοικείωσης του δημόσιου χώρου μέσω της αποδιοργάνωσης και παρεκτροπής των κυριαρχιών, καθιστώντας τον κατεξοχήν χώρο για την πολιτική έκφραση και την ποιητική αποτύπωση εξεγερσιακών προταγμάτων.
Οι ποιήτριες και οι ποιητές επιδιώκουν να γκρεμίσουν τα πολλαπλά «άυλα τείχη» της αορατότητας, της ανισότητας και του αποκλεισμού που οι ίδιοι βιώνουν στην πόλη, προκειμένου μέσα από της «κοινωνικές ρωγμές» που δημιουργεί η συντροφικότητα και η αλληλεγγύη, να θέσουν τα θεμέλια για τη δημιουργία μιας νέας «κανονικότητας» περισσότερο ανθρώπινης, δίκαιης, ανεκτικής και συμπεριληπτικής. Και το κάνουν μιλώντας μέσα από τα καθημερινά, τα ασήμαντα, τα τετριμμένα, τα υποκειμενικά τους βιώματα – μέσα από τις δικές τους, προσωπικές «μικροϊστορίες» ως πολίτες και μέτοχοι της πόλης – προκειμένου να παράξουν έναν στιβαρό κοινωνικό και πολιτικό λόγο που έρχεται να στηλιτεύσει τις κυρίαρχες σχέσεις εξουσίας και πειθάρχησης, την αναπαραγωγή των ταξικών, φυλετικών και έμφυλων ανισοτήτων, όπως αυτές αρθρώνονται σε πολλαπλές και αλληλοδιαπλεκόμενες κλίμακες, έναν λόγο άμεσo, που έχει ως βασικό διακύβευμα το δικαίωμα στην πόλη, το δικαίωμα στη συμμετοχή και την συμπερίληψη, το δικαίωμα στην ίδια τη ζωή.
Ακριβώς στο σημείο αυτό έγκειται και η μετασχηματιστική δυναμική της ποίησης του 21ου αιώνα, η οποία καθώς αντιστέκεται σε άτρωτες βεβαιότητες και κυρίαρχες αξιώσεις αλήθειας, ωθεί σε ρήξεις με τους κανονιστικούς ηγεμονικούς λόγους, επιχειρώντας να επανανοηματοδοτήσει την αστική πραγματικότητα και να επανοικειοποιηθεί τον χώρο της πόλης ως του κατεξοχήν πεδίου όπου η πολιτική, οικονομική και κοινωνική κυριαρχία επιβάλλεται και διαιωνίζεται. Σε μια πόλη που τελεί σε «κατάσταση διαρκούς έκτακτης ανάγκης», σε συνθήκες αναπόδραστης εξαίρεσης, οι ποιητές του 21ου αιώνα μας καλούν να φανταστούμε την σύγχρονη πόλη ως ένα χώρο ενδεχομενικότητας, εκφράζοντας ένα φαντασιακό που μπορεί να καταστεί δυνητικά εφικτό, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός συλλογικού ασυνείδητου που αναγνωρίζει την κοινή επισφάλεια και απαντοχή του σύγχρονου ανθρώπου και τον καλεί να αντισταθεί – ατομικά και συλλογικά – σε κοινωνία που τον θεωρεί αόρατο, σε μια εξουσία που τον αντιμετωπίζει ως αναλώσιμο.
Υπαρξιακές αναζητήσεις
Η ποίηση της νέας χιλιετίας είναι βαθιά μελαγχολική, παραγόμενη από μια διττή ρήξη: αφενός με την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, αφετέρου με τον υποταγμένο εαυτό, διχασμένο μεταξύ υποταγής και εξέγερσης. Οι ποιήτριες και οι ποιητές της του 21ου αιώνα αισθάνονται έντονα το αίσθημα της απογοήτευσης, της παραλυσίας, της απόγνωσης. Η ήττα τους είναι παγιωμένη και εξακολουθητική, μία ήττα που μαθαίνεις να ζεις μαζί της. Σε έναν ασφυκτικό ποιητικό κόσμο, που σπάνια απαλύνεται από κάποια αισιόδοξη προοπτική, το ποιητικό υποκείμενο αισθάνεται απογοητευμένο, ματαιωμένο από τον αγώνα, τον έρωτα, την ίδια τη ζωή. Συνθλίβεται από το βάρος των όσων καλείται να αντιμετωπίσει και να διαχειριστεί, σε μια χώρα που τους στερεί κάθε δυνατότητα αυτοπραγμάτωσης και αυτοεκπλήρωσης.
Η υπαρξιακή αναζήτηση παραμένει κεντρική στη σύγχρονη ποίηση, όμως οι μορφές μέσα από τις οποίες εκφράζεται μεταβάλλονται συνεχώς, ακολουθώντας τον ρυθμό μιας εποχής σε διαρκή μετάβαση. Η ανασφάλεια, η εσωτερική μετατόπιση και η αποξένωση δεν αποτελούν απλώς θεματικά μοτίβα, αλλά εμπειρίες που διαποτίζουν τη συλλογική συνείδηση. Οι στίχοι λειτουργούν ως ένας άτυπος αυτοψυχαναλυτικός μηχανισμός, ένας χώρος όπου η ταυτότητα εκτίθεται, αναθεωρείται και αναδομείται. Δεν συλλαμβάνεται ως κάτι σταθερό ή αυθύπαρκτο, αλλά ως μια δυναμική διεργασία που διαπλέκεται με κοινωνικές πιέσεις, πολιτισμικές μνήμες και προσωπικές ρωγμές. Στον 21ο αιώνα, η ταυτότητα δεν ορίζεται, διαπραγματεύεται. Και η ποίηση αναδεικνύεται στον κατεξοχήν τόπο όπου αυτή η διαρκής διαπραγμάτευση παίρνει φωνή και μορφή.
Έμφυλος ποιητικός λόγος
Ο έμφυλος ποιητικός λόγος αναπτύσσει έναν ιδιαίτερο προβληματισμό για τις κοινωνικές κατασκευές και έρχεται να αναμετρηθεί με τον παραγκωνισμό και τις ματαιώσεις που υφίστανται οι σύγχρονες θηλυκότητες στην πολλαπλότητα των ρόλων τους. Στο πλαίσιο αυτό, η ποίηση έρχεται να καταγράψει φωνές που συνήθως παραμένουν σιωπηλές, φωνές που δεν χωρούν στα επίσημα ιστορικά αφηγήματα και που όμως έχουν τις δικές τους ιστορίες να αφηγηθούν, τις δικές τους απογοητεύσεις και ματαιώσεις να εκφράσουν. Το τραύμα, προσωπικό ή συλλογικό, μετατοπίζεται στο κέντρο της δημόσιας σφαίρας και συνεπώς καθίσταται κατεξοχήν πολιτικό, λειτουργώντας όχι ως σημείο παθητικότητας αλλά ως κινητήριος δύναμη της ποιητικής παραγωγής.
Οι ποιήτριες του 21ου αιώνα επιχειρούν μια καταγραφή των γυναικείων βιωμάτων και εμπειριών, στην πολυμορφία και ταυτόχρονα στην καθολικότητά τους, καθώς και των πολλαπλών πειθαναγκασμών με τους οποίους έρχονται στο πλαίσιο των εξουσιαστικών, ετεροκανονικών δομών και μηχανισμών όπου ζουν και ενεργούν. Διαμορφώνουν έτσι ένα συλλογικό «εμείς», που έρχεται να μιλήσει για τα γυναικεία σώματα, τη σεξουαλικότητά τους, τις αναπαραγωγικές του επιλογές, την βία και τις πειθαρχίες στις οποίες υποβάλλονται. Με ενεργή δημόσια παρουσία, μέσω κινηματικών δράσεων, δημόσιων τοποθετήσεων και συμμετοχής σε φεμινιστικές, πολιτικές και λογοτεχνικές δράσεις, έρχονται να αποδομήσουν μια σειρά από ουσιοκρατικούς μύθους γύρω από το γυναικείο φύλο, τους ρόλους που υποχρεούνται να εκπληρώσουν στο πλαίσιο ετεροκανονικών, πατριαρχικών κοινωνιών και εθνών, τους πειθαναγκασμούς που υφίστανται λόγω των προδιαγεγραμμένων ρόλων που τους επιβάλλονται.
Μέσα από τη γραφή τους, οι ποιήτριες του 21ου αιώνα επιχειρούν να δημιουργήσουν μια νέα, ανατρεπτική ποιητική γλώσσα, μια νέα ανατρεπτική εικονοποιία, προκειμένου να θέσουν στο επίκεντρο τις δικές τους ιστορίες, τις δικές τους εμπειρίες, τα δικά τους βιώματα, με τρόπους αναπολογητικούς, με τρόπους χειραφετικούς, με τρόπους συμπεριληπτικούς, ώστε να δημιουργήσουν τον δικό τους ποιητικό κόσμο, να φτιάξουν εκ νέου τον κόσμο, όπως τον οραματίζονται, όπως τον ονειρεύονται. Και το κάνουν με τρόπους αναπολογητικούς, με τρόπους χειραφετικούς, με τρόπους συμπεριληπτικούς, ώστε να δημιουργήσουν τον δικό τους ποιητικό κόσμο, να φτιάξουν εκ νέου τον κόσμο, όπως τον οραματίζονται, όπως τον ονειρεύονται. Με το δικό τους λεξιλόγιο, φτιαγμένο από την αρχή, διαγράφοντας λέξεις που εξουσιάζουν, καθυποτάσσουν, υποτιμούν και πληγώνουν, ξαναγράφουν την ιστορία τους με τους δικούς μας όρους, τοποθετώντας τις εαυτές τους στο προσκήνιο, στο επίκεντρο της ιστορίας του κόσμου.
Μορφολογικές καινοτομίες και αισθητικοί πειραματισμοί
Οι ποιήτριες και οι ποιητές του 21ου αιώνα αξιοποιούν τεχνικές διακειμενικότητας, πολυτροπικότητας και υβριδικής γλωσσικής χρήσης. Η χρήση καθημερινής γλώσσας, η επαναληπτικότητα, η προφορικότητα και η αφαιρετικότητα συνιστούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της περιόδου. Η ποίηση του 21ου αιώνα εκδηλώνεται μεταξύ άλλων και στα παράδοξα της γραφής της: τον ασταθή ρυθμό, την προφορική τραχύτητα, τις συντακτικές ακροβασίες, το ετερόκλητο λεξιλόγιο, τη λαβυρινθώδη σύνταξη, την απομυθοποίηση των αισχρών λέξεων, τις εσωτερικές ομοιοκαταληξίες, την συνειρμική παράταξη των εικόνων, την αχαλίνωτη διακειμενικότητα.
Οι ποιήτριες και οι ποιητές πειραματίζονται με διαφορετικές ποιητικές φόρμες – ελεύθερο στίχο, πεζοποίημα, ομοιοκαταληξίες, πειραματικές φόρμες, καταλογογραφήσεις, δραματοποίηση, διαλόγους κτλ. – σε μία προσπάθεια να ξανασυστήσουν τον κόσμο μέσα από μία διαφορετική οπτική γωνία. Πρόκειται ουσιαστικά για την δημιουργία μιας νέας ομιλίας με τα δικά της γραμματικά, συντακτικά και λεκτικά τεχνάσματα, η οποία εκπέμπει διαφορετικές συναρμογές και εννοιολογικές υποδηλώσεις. Παράλληλα, όχι μόνο δεν αποφεύγουν, αλλά αντίθετα επιδιώκουν την καταγραφή «αυθόρμητων» γλωσσικών ή συντακτικών ολισθημάτων, στοχεύοντας σε μια γλωσσική ανοικείωση. Συχνά, η έλλειψη τίτλων φαίνεται να προσδίδει στα ποιήματα το γνώρισμα ενός έργου σε διαρκή εξέλιξη, την ίδια στιγμή που η έλλειψη ή η ασυνήθιστη χρήση των σημείων στίξης είναι σαν να απαιτεί από τον αναγνώστη να προβεί στην δική του ανάγνωση και να νοηματοδοτήσει μόνος του το κείμενο.
Προς μια νέα ποιητική ιθαγένεια
Η ποίηση του 21ου αιώνα έρχεται να εκφράσει την κατάρρευση των βεβαιοτήτων, τη διάψευση των ψευδαισθήσεων, το τέλος των ουτοπιών. Μετεωριζόμενοι σε ένα ανυπόστατο παρόν, αποκομμένοι από το παρελθόν και στερημένοι από το μέλλον, οι ποιήτριες και οι ποιητές ενώνονται κάτω από μια κοινή πολιτική απαίτηση, μια διάθεση για την πράξη της πολιτικής μέσα από τη διαδικασία του ποιήματος, διαμορφώνοντας ένα ποιητικό «εμείς» που έρχεται να εκφράσει τις αγωνίες, τις απογοητεύσεις, τις ματαιώσεις, αλλά και τις ελπίδες μιας γενιάς, μακριά από εθνικούς ή ιδεολογικούς μύθους, πολιτικά μανιφέστα ή κομματικές ορθοδοξίες.
Μπορεί η ποίηση να αναζητήσει μια νέα συμμετρία υπερβαίνοντας την ήττα, την απογοήτευση, την ερείπωση και το χάος, αποτελώντας έτσι κατάφαση για την επόμενη εξέγερση, μοχλό πίεσης με την προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντος; Αναμφίβολα, παίρνει χρόνο να συμβιβαστείς, να αποδεχθείς ή και να ενσωματώσεις την απώλεια των χαμένων ιδανικών. Εντούτοις, κάποια στιγμή το πένθος περνάει και τότε ο θρήνος μιας χαμένης ουτοπίας δίνει τη θέση του σε μια εξεγερμένη μελαγχολία, που λειτουργεί εμφατικά ως παράγοντας μετασχηματισμού του κόσμου. Και αυτό φαίνεται να πιστοποιούν – ο καθένας με τον δικό του τόνο ή ύφος – οι ποιήτριες και οι ποιητές του 21ου αιώνα. Επιστρέφουν στον πολιτικό λόγο, επιδιώκοντας να διεκδικήσουν «με όπλο τους στίχους» την ιδιότητα του πολίτη που διαμαρτύρεται, αντιδρά, εξεγείρεται. Δημιουργούν τις δικές τους λέξεις προκειμένου να χτίσουν έναν νέο, αγέρωχο κόσμο ονείρων και ιδανικών, με την ποίηση να γίνεται η μήτρα της δημιουργικής έκφρασης για καθετί αδιαμόρφωτο λανθάνει μέσα στην ανθρώπινη ψυχή.
Πιστοί στο αριστερό πρόταγμα της αυτονομίας και την ιστορική ρήξη της εξέγερσης, οι ποιήτριες και οι ποιητές του 21ου αιώνα γίνονται οι αντι-ήρωες του σύγχρονου κόσμου, εκφράζοντας την πίστη τους στη δύναμη του ποιητικού λόγου, στην επιμονή του να μην συμβιβάζεται, να διεκδικεί, να αγωνίζεται. Είναι εκεί που το ατομικό γίνεται συλλογικό και το προσωπικό καθίσταται κατεξοχήν πολιτικό. Και έτσι η ποίηση γίνεται φορέας ανανέωσης και αλλαγής, επιδιώκοντας και κομίσει κάτι καινούριο, και ενδεχομένως ρηξικέλευθο, τόσο στην τέχνη όσο και στην ίδια τη ζωή. Ίσως τελικά το μεγάλο στοίχημα της σύγχρονη ποίησης είναι να ανανοηματοδοτήσει τη φαντασιακή μας θεώρηση ως προς μια δυνητική πραγματικότητα, που στη συνέχεια, πιθανώς, να πραγματώσουμε.
Είναι σαφώς δύσκολο να προδικάσουμε το πώς θα εξελιχθεί η ποίηση του 21ου αιώνα, καθώς πρόκειται για ένα φαινόμενο εν εξελίξει. Το ζήτημα, αλλά και το στοίχημα, έγκειται όχι τόσο στο αν οι ποιήτριες και οι ποιητές θα συνεχίσουν να γράφουν ή όχι, αλλά ποια θα είναι η βαρύτητα του λόγου τους, πώς θα ριζώσουν στην εποχή τους, πώς θα συνδεθούν με τον κόσμο και το μέλλον. Μπορεί το ποίημα να λειτουργήσει χειραφετητικά όταν η κοινωνικο-πολιτική συγκυρία είναι κάθε άλλο παρά ευνοϊκή; Μπορεί η ποίηση να καταστεί μέσο ώστε να ανακαλύψουμε εκ νέου την πραγματικότητα, μετασχηματίζοντάς την; Οι ποιητές και οι ποιήτριες στην πλειονότητά τους επιλέγουν να απαντήσουν καταφατικά καθώς η ποίηση είναι εκεί για να μας δείξει τα πιθανά ενδεχόμενα σε μια εποχή που όλα παραμένουν ρευστά, αγκαλιάζοντας την ουτοπία και διεκδικώντας έναν κόσμο αξιοπρέπειας, δικαιοσύνης, ισότητας και ελευθερίας, έναν κόσμο συμπεριληπτικό, έναν κόσμο που τους χωράει όλους.
Αντί επιλόγου
Προκειμένου οραματιστούμε ένα μέλλον ανθρώπινης χειραφέτησης, ισότητας και αλληλεγγύης, θα πρέπει να αγωνιστούμε για έναν κόσμο που θα χωρά πολλούς κόσμους, έναν κόσμο που οι αόρατοι, οι εκτοπισμένοι, οι απάτριδες, οι αποκλεισμένοι λόγω τάξης, φύλου, εθνικότητας, θρησκείας κτλ. θα μοιράζονται εμπειρίες και όνειρα κοινωνικής δικαιοσύνης και συμμετοχής. Αυτό που απαιτείται είναι μια ριζοσπαστική επαναπολιτικοποίηση των «δεσμών του ανήκειν», αφενός μέσω της αμφισβήτησης των κυρίαρχων, κανονιστικών λόγων και προτύπων και αφετέρου μέσω της επιτέλεσης εναλλακτικών τρόπων και χώρων ύπαρξης από κοινού. Στο πλαίσιο αυτό, η ποίηση, ακόμη και αν δεν μπορεί να λειτουργήσει από μόνη της ως δύναμη κοινωνικής ανατροπής, εντούτοις συντελεί ουσιαστικά στην απόκτηση κοινωνικής συνείδησης, καταγράφοντας την προοπτική μιας εναλλακτικής κοινωνίας, ενός διαφορετικού μέλλοντος και διευρύνοντας έτσι το συλλογικό μας φαντασιακό.
Και αν η περιγραφή της απελευθερωμένης ανθρωπότητας είναι ένας κόσμος που χωρά πολλούς κόσμους, τότε ο αγώνας προς αυτή την κατεύθυνση είναι ένας αγώνας που χωρά πολλούς διαφορετικούς αγώνες. Αγώνες που δεν λειτουργούν διαζευκτικά ή αντιθετικά, αλλά σωρευτικά, καθώς αν και τα επιμέρους ζητούμενα ενδεχομένως να διαφέρουν, αυτό που διακυβεύεται είναι ένα μέλλον που θα τους χωράει όλους, χωρίς εξαιρέσεις, χωρίς αποκλεισμούς, ένα μέλλον που θα διασφαλίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα, και ταυτόχρονα ένας συμπεριληπτικός και συμμετοχικός κόσμος όπου η αυτοδιάθεση, η ελευθερία και η κοινωνική δικαιοσύνη θα εξακολουθούν να αποτελούν υπέρτατες αξίες.
