Γιώργος Πρεβεδουράκης
ΙV (ΚΛΕΦΤΙΚΟ)
Θεία Χάρις - δυσκολεύομαι να σε φανταστώ –
με το μακρύ σου φόρεμα και την παγκρεατίτιδά σου
κι ένα χαμηλό ψάθινο καπέλο
ν’ ασθμαίνεις στις ανηφοριές της Πειραϊκής
δίπλα στο Παλιό Κέντρο Βασανιστηρίων
στον ατελείωτο διάδρομο
στη σάλα
όπου συσκέπτονται οι απεγνωσμένοι προγραμματίζοντας
τον επόμενο συμβιβασμό,
-το καστανό, λυπημένο σου πρόσωπο
τα δάκρυα του συζυγικού ψυχαναγκασμού
(τι απαρηγόρητες διευθετήσεις, πνιγμένοι λυγμοί,
χρεόγραφα και πρωινές αγγαρείες – ανάμεσα στα ασπρόρουχα της γειτονιάς –
ατέρμονη υποχώρηση – υποταγή – συνθηκολόγηση
στις παρυφές κάποιου προφήτη Ηλία)
τότε που στεκόμουν στο μπάνιο γυμνός
κι εσύ πουδράριζες τις μελανιές στα γόνατά μου –
άραγε τι να σκεφτόσουν τότε κρυφά – βλέποντας πώς γίνομαι άντρας σιγά-
σιγά – κι εγώ ένα υβρίδιο οικογενειακής σιωπής πάνω στο ετοιμόρροπο βάθρο
των αόρατων φτερών σου στον ακάλυπτο – Μουσείο της Καστέλλας
Θεία Χάρις
ο Παττακός ζει – ο Παττακός ξυπνάει στις πέντε παρά τέταρτο τα χαράματα
– για κολύμπι και διατάσεις –απόψε μιλάει στο ξενοδοχείο Καλυψώ στην Ανά-
βυσσο – ο σύλλογος απόστρατων έχει ετοιμασίες – ήδη γυαλίζουνε τα κέρατα των
βαλσαμωμένων ταράνδων – φωταγωγούνε την αίθουσα των γαμήλιων τελετών
και βγάζουν απ’ τα πατάρια τις παλιές πορσελάνες – με το οικόσημο της δικέφα-
λης μαρμαρωμένης μηλιάς – και του αενάου υποσχόμενου τράγου – το βράδυ θα
συναχθούν γηπεδικοί φαλλοί – πρώην φερέλπιδες μπαγκ-χαλφ της τοπικής –
κράχτες στο γουναράδικο «Αντάμα» -
θα σηκώσουν τις γαλανόμορφες ελπίδες του έθνους καμαρωτά ψελλίζοντας
το “Τhree blind mice” το «London Βridge» ή κάποιο άλλο παιδικό
νανούρισμα μεταεμφυλιακής βοηθείας –
μόνο που εσύ δεν θα γίνεις ποτέ γριά
μήτε θα δεις την πόλη αυτή να τρεκλίζει
ξεθεωμένη και σκυφτή – μες στην οξειδωμένη της μυθολογία –
μια wanna be Ιερουσαλήμ που παριστάνει την καμπόση
στους φθισικούς και στους ακρωτηριασμένους
μοιράζοντας ληγμένο μουρουνόλαδο στα κατηχητικά
κόρες από μπαγιάτικο πρόσφορο
στα φιλεύσπλαχνα συσσίτια του δήμου
ένα πιάτο φακές - ένα γαμημένο πιάτο φακές –
για κάποια ομορφιά – που ατύχησε – και στο δικό μας αιώνα
ε ί π α μ ε
δυσκολεύομαι να σε φανταστώ – κάποιος ξέχασε ανοιχτό ένα τηλέφωνο μες στο
μυαλό μου – τα βράδια χτυπάει στη δόνηση και δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ –
Ωστόσο ακόμα σε βλέπω να στέκεσαι, - φάσμα της Ερμούπολης –
στην καγκελόπορτα με τ’ αγιόκλημα των αποχωρισμών
φορώντας τον ανεπίδοτο έρωτά σου κατάσαρκα
και κάτι που υπό άλλες συνθήκες ίσως και να ήταν ένα φόρεμα μεταξωτό –
βαδίζοντας κάτω απ’ τον τεφρό ουρανό
κι αποστηθίζοντας το αντίο:
το αντίο – ένας λαβύρινθος που συνωστίζονται κουβάρια οι κλωστές
το αντίο – ένας μινώταυρος σε αμφιθυμία
κι η μόνη χρησιμότητα της αφής: να τρίβουμε ολημερίς
σε μια σκάφη προπολεμική
το Σύμπαν
Θεία Χάρις
τι σόι κόκκαλα φοράει το σκοτάδι;
πώς είναι εκεί; έχει θρόισμα;
εδώ – όπως τ’ άφησες –
φοράμε τ’ αλεξίσφαιρα – και καλά –
μα η ζωή μας σημαδεύει στο κεφάλι
πίσω από τους αριθμούς
στα σπιτίσια τσιγάρα μας στα πνιγμένα ποτά μας
στα εξτραδάκια και στις ανάσες από συντάξεις προγονικές
στο βραδινό καυγά μας με μια σημαία λευκή καθώς πετάμε πετσέτα
σ' ετούτη την κατάληξη κάθε παραμυθίας
κανένας δεν λυτρώθηκε από τη γραμμικότητα της αγάπης
κανένας δεν λυτρώθηκε από τον κυκλικότητα της σιωπής
ανυπεράσπιστοι – οι μελλοζώντανοι και οι νεκροί –
ανυπεράσπιστοι – από το μίσος του «μεσαίου πολίτη» -
παντού και πάντα ανέτοιμοι για τον καιρό της ξηρασίας
σ' ετούτο το ξεκίνημα της νέας παραμυθίας
ψωμί - ανία - παιδοκτονία
δεν βρίσκει άσυλο το χαμένο τους σύνθημα
δεν είναι εδώ --------------------------------------------------- Πολυτεχνείο
ο Παττακός ζει και ο Δεσποινιάδης θα τυπώσει το κλέφτικο σε 500 αντίτυπα
- κρατάς το πιο πληγωμένο -
ο Γιώργος και η Φαίη ακροβατούν απλήρωτοι στα Άνω Ιλίσια
η Γιαγιά κοιτάζει τις κραιπάλες μας στωικά
έπαψε πια να τακτοποιεί τους νεκρούς της,
τελευταία φορά που σε συνάντησα ήταν στην ιδιωτική κλινική
μέσα στην έπαρση των ιατρικών επισκεπτριών
μέσα στη χυδαιότητα των χορηγών με τις μπροσούρες,
ωχρό κορίτσι – αναίσθητο – στο θάλαμο οξυγόνου,
τα περιστέρια γουργούριζαν αφόρητες κοινοτοπίες – στο φωταγωγό
κι απ’ το σταχτί σου κρανίο έφεγγαν οι φλέβες των ηττημένων,
πάει καιρός μα ο πόλεμος ανάμεσα στους ανθρώπους δεν λέει να τελειώσει
Θεία Χάρις
___
Γιώργος Πρεβεδουράκης – «ΚΛΕΦΤΙΚΟ» - Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2013
Ο Γιώργος Πρεβεδουράκης γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα, όπου ζει κι εργάζεται. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Φιλοσοφία στην Αγγλία. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: «Στιγμιόγραφον» (2011) εκδόσεις Πλανόδιον, «Κλέφτικο» (2013) εκδόσεις Πανοπτικόν, «Χαρτάκια» (2016) εκδόσεις Πανοπτικόν.
