Ποίηση από τον 21ο Αιώνα - Όψεις της σύγχρονης ελληνικής ποίησης

Πιστεύω πως η ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργεί ποίηση εγγυάται για όλους μας μες στους αιώνες την τελική επικράτηση της ελευθερίας. Αυτή είναι μια δήλωση πίστης αλλά και ένα πολιτικό αξίωμα, μια σκέψη για την ποίηση όχι απλώς ως αισθητική τέχνη αλλά ως ανθρωπολογική δυνατότητα, ως μηχανή που αντιστέκεται στη βία της ιστορίας. Επειδή υπάρχουν ποιητές, είμαστε σίγουροι πως κανένας δικτάτορας δεν θα κυριαρχήσει για πάντα. Εδώ η ποίηση δεν είναι μόνο είδος λόγου· είναι μια διαρκής γραμμή φυγής (ligne de fuite, για να θυμηθούμε τους Ντελέζ και Γκουαταρί), μια επινόηση που δεν σταματά να σκάβει διαδρόμους διαφυγής από την εξουσία. Η ιστορία των ολοκληρωτισμών μας δείχνει ότι κανένα καθεστώς δεν παραμένει παντοτινό. Κι αν η πολιτική πάλη, οι επαναστάσεις και οι κοινωνικές εξεγέρσεις υπήρξαν πάντοτε οι ορατές μορφές της αντίστασης, η ποίηση λειτουργεί ως ο αόρατος ιστός που διασώζει το ανθρώπινο από το απάνθρωπο, που εγγυάται μιαν αδιάκοπη δυνατότητα επανεκκίνησης της ελευθερίας. Όσο κι αν θέλουν να αυτοπαρουσιάζονται οι κυρίαρχοι του κόσμου σαν ανίκητοι, πάντα θα καταφέρνουμε να γκρεμίζουμε τους βασιλιάδες από τους θρόνους τους, να κάνουμε εφικτό το ανέφικτο. Όπως έλεγε ο Μπένγιαμιν, κάθε εποχή είναι «καιρός του μεσσιανικού», δηλαδή φέρει μέσα της τη δυνατότητα ανατροπής. Χωρίς κανένα άλλο μέσο παρά μόνο την ομιλία, την παρρησία και την φαντασία τους, οι ποιητές και οι ποιήτριες θα συνεχίσουν μέσα στους αιώνες να πολεμούν όλες τις μορφές απολυταρχίας και να συνοδεύουν τους ανθρώπους στην εξερεύνηση των πιο απόκρυφων τόπων αυτού του κόσμου, τα βάθη της ψυχής μας. Η ποίηση γίνεται έτσι μια «μηχανική συναρμολόγηση» (machinic assemblage) που λειτουργεί τόσο πολιτικά όσο και ψυχικά: ένα οργανικό μηχάνευμα που παράγει μορφές ζωής αντίστασης, αλλά και μορφές ενδοσκόπησης που αποτρέπουν την ολοκληρωτική αλλοτρίωση. Η «γενιά του 2000» στην ελληνική ποίηση αναδύεται μέσα από την εποχή της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης ως μια κοινότητα γραφής που αμφισβητεί τόσο την αισθητική κανονικότητα όσο και τους θεσμούς της λογοτεχνικής νομιμοποίησης. Το δοκίμιο αυτό εξετάζει τη σύγχρονη ποιητική παραγωγή ως δίκτυο φωνών που δεν ορίζεται από ενιαίο ύφος ή ιδεολογική ταυτότητα, αλλά από μια υπόγεια, διάχυτη αντίσταση απέναντι στην κανονικότητα της αγοράς, την κυρίαρχη ιστορική συνθήκη και την κοινωνική αδικία. Εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο οι ποιητές και ποιήτριες του 21ου αιώνα αντλούν έμπνευση όχι μόνο από την καλλιτεχνική παρακαταθήκη, αλλά και από τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, την αντιεξουσιαστική φιλοσοφία, τον queer φεμινισμό και την αντιαποικιακή θεωρία, συνδέοντας την ποίηση με την κριτική σκέψη και τα τοπικά και διεθνή κοινωνικά κινήματα. Μέσα από πρακτικές όπως το spoken word, τα φεστιβάλ video poetry και οι αυτοοργανωμένες συλλογικότητες, η ποίηση λειτουργεί ως πράξη ελευθερίας, ως χώρος κοινότητας και ως εργαλείο ατομικής και συλλογικής χειραφέτησης. Η εισήγηση αυτή, προτείνει να διαβαστεί η σύγχρονη ελληνική ποίηση όχι ως επιμέρους λογοτεχνικό ρεύμα, αλλά ως ριζοσπαστικό πεδίο ενδεχομενικότητας, όπου η γλώσσα γίνεται τόπος αντίστασης, φροντίδας και εξέγερσης. Η γενιά των απελπισμένων Η γενιά των ποιητών που εμφανίστηκαν στα ελληνικά γράμματα μετά το 2000 είναι η γενιά της κρίσης, μια γενιά των απελπισμένων. Ο όρος «γενιά» εδώ δεν σημαίνει βιολογική ηλικία αλλά ιστορικό στίγμα. Η ιστορική συγκυρία είναι καθοριστική. Μετά το 2008 και ιδιαίτερα το 2010–2015, η Ελλάδα μετατράπηκε σε εργαστήριο βιοπολιτικών πειραμάτων: μνημόνια, λιτότητα, ανεργία, διάλυση του κοινωνικού κράτους. Η δεκαετία του 2010 στην Ελλάδα δεν ήταν απλώς οικονομική κρίση· ήταν και μια πολιτισμική, κοινωνική, υπαρξιακή κρίση που ακόμα βαθαίνει και επεκτείνεται. Η ποίηση αυτής της περιόδου δεν μπορεί να ιδωθεί έξω από αυτό το πλέγμα. Παιδιά που η οικονομία δεν τους επέτρεψε να γεννήσουν άλλα παιδιά· αγόρια και κορίτσια που έχασαν τη ζωή τους περιμένοντας το τέλος της λιτότητας, της ύφεσης και της κρίσης· άνθρωποι χωρίς μέλλον σε μια χώρα που κοροϊδεύει τον εαυτό της ξεπουλώντας το ιστορικό παρελθόν της και κάθε δημόσια περιουσία στα παζάρια των πολυεθνικών αγορών. Η ποίηση αυτής της γενιάς είναι αναπόφευκτα κοινωνικο-πολιτική με έναν υπαρξιακό τρόπο. Οι θεματολογίες αντικατοπτρίζουν τις συνθήκες οικονομικής κρίσης, εργασιακής επισφάλειας, κοινωνικής αποξένωσης και πολιτικής απογοήτευσης. Σε αντιπαράθεση με τη γενιά της μεταπολίτευσης (1974–1990), που έγραφε σε ένα περιβάλλον σχετικής δημοκρατικής σταθερότητας, η γενιά του 2000 καλείται να απαντήσει σε καταστάσεις ακραίας αβεβαιότητας, μια πραγματικότητα ρευστή και επικίνδυνη, την πραγματικότητα της νεοφιλελεύθερης οικονομίας και της κατάρρευσης του κράτους πρόνοιας. Το έργο της γενιάς του 2000 σε μεγάλο βαθμό είναι το αποτέλεσμα της βίαιης επιβολής αρχικά της λιτότητας και μετά των μνημονίων, είναι το έργο μιας εποχής όπου το μόνο για το οποίο όλοι νιώθουν σίγουροι είναι ότι- χρόνο με τον χρόνο τα πάντα θα γίνονται όλο και χειρότερα. Οι τέσσερις χιλιάδες νόμοι που άλλαξαν καθ' υπόδειξη της τρόικας στην περίοδο 2010-2025 προξένησαν βαθιές αλλαγές στην ελληνική κοινωνία που τα αποτελέσματα τους καθορίζουν τον τρόπο ζωής, σκέψης και γραφής των ποιητών του 21ου αιώνα. Η ποίηση της εποχής μας, κατά κύριο λόγο, λειτουργεί ως καταγραφή και βιωματική χαρτογράφηση της εποχής της κρίσης. Πιστεύω πως κάποτε θα θυμούνται κάποιους από εμάς, αφού οι περισσότεροι θα έχουμε χαθεί στον ποταμό της Λήθης, ως την γενιά της κρίσης, μια Γενιά των Απελπισμένων. Άνθρωποι χωρίς ελπίδα και χωρίς δρόμο διαφυγής που παρέμειναν πεισματικά σε αυτό τον τόπο με μόνο γνώμονα την αγάπη για τους φίλους, τους γονείς και την πόλη. Οι ποιητές αποτελούν εργαλείο κοινωνικής χειραφέτησης και επιβίωσης της συλλογικής μνήμης. Υπάρχει μια υπόγεια εναντίωση, ένας υπόκωφος θόρυβος που διαπερνά τις λέξεις καθώς η μεγάλη πλειοψηφία των ποιητών έχει συμμετάσχει για μακρές περιόδους στα κοινωνικά κινήματα της εποχής μας, σε απεργίες, διαδηλώσεις, συγκρούσεις με την αστυνομία, λαϊκές συνελεύσεις, καταλήψεις και εξεγέρσεις. Είναι η απελπισμένη ανάγκη για ελευθερία και αγάπη, είναι ο ήχος της ατέρμονης μητροπολιτικής πίεσης. Είναι η έκφραση της απέχθειας - για το ρατσισμό, τον σεξισμό, την εκμετάλλευση. Είναι η κραυγή που μένει ανέκφραστη, το κάλεσμα για χειραφέτηση που μένει ανοιχτό σαν πληγή. Διεθνείς συνθήκες και διασυνδέσεις Σε διεθνές επίπεδο, η σύγχρονη ελληνική ποίηση συγκλίνει με τάσεις της λογοτεχνίας μετά το 2008 στις χώρες της Μεσογείου αλλά και της Βόρειας Ευρώπης όπου η ποίηση αντανακλά την οικονομική αποδιάρθρωση, την ατομική αγωνία και την κοινωνική ανισότητα. Σε αντίθεση με προηγούμενες γενιές όπου οι Έλληνες ποιητές εισήγαγαν επιδράσεις και επιρροές από τα καλλιτεχνικά κινήματα της Ευρώπης και της Αμερικής, σήμερα η επιδράσεις και οι διασυνδέσεις είναι αμφίδρομες και σε ζωντανό χρόνο. Όσα συμβαίνουν εδώ συμβαίνουν παντού. Για παράδειγμα, το διεθνές φεστιβάλ ποίησης & spoken word με την επονομασία Financial Consequences που οργανώθηκε το 2018 από το Ινστιτούτο Πειραματικών Τεχνών στο London School of Economics είχε σαν κεντρική θεματική την φράση: "Για τη Κρίση όλα αυτά τα χρόνια μίλησαν οι πολιτικοί, οι τραπεζίτες, οι οικονομολόγοι και οι δημοσιογράφοι - τώρα θα μιλήσουν οι ποιητές για τα αποτελέσματα της" Η ποίηση που γράφεται μετά το 2000 κουβαλά αυτήν ακριβώς την απελπισία, που δεν είναι μόνο ελληνική· είναι μεσογειακή, ευρωπαϊκή, αφρικανική, αμερικάνικη, ασιατική, παγκόσμια. Συγκρίνεται, για παράδειγμα, με την ποίηση της Λατινικής Αμερικής μετά τις δικτατορίες ή με τη μαύρη αμερικανική ποίηση της δεκαετίας του ’70 που βίωνε τη φτώχεια και τον ρατσισμό ως καθημερινότητα. Αυτή η ελληνική «γενιά των απελπισμένων» δεν έχει μια κοινή αισθητική φόρμα, αλλά μοιράζεται την ίδια αγωνία: πώς να μιλήσεις όταν η γλώσσα σου έχει λεηλατηθεί από τα δελτία ειδήσεων, που βρίσκεται η ελπίδα όταν το μέλλον του πλανήτη είναι η περιβαλλοντική καταστροφή, η γενοκτονία, ο νεοφασισμός, η ανισότητα και η κοινωνική αδικία. Αυτή είναι μια ποίηση της υπαρξιακής αγωνίας και της κοινωνικής εξέγερσης, ποίηση βασισμένη στην ηθική στάση και όχι στην ιδεολογία, στο σιωπηλό τραύμα και όχι τη θορυβώδη τραγωδία, στην τεταμένη κίνηση και όχι στην στοχαστική ενατένιση, στην ανάγκη και όχι στην επιθυμία- μια ποίηση που πηγάζει από έναν αγχωτικό εφιάλτη και όχι από ένα ελπιδοφόρο όνειρο. Η ποίηση που γράφεται σήμερα Η ποίησή που γράφω εμπνέεται από τον έρωτα και την εξέγερση, το ταξικό μίσος και τη ζωή μου ανάμεσα στους καταπιεσμένους και τους απελπισμένους αυτού του κόσμου. Εδώ συνυπάρχουν δύο διαστάσεις: η δημιουργία και η καταστροφή, η οργή και η τρυφερότητα, ο αγώνας της ατομικής επιβίωσης και η ανάγκη για κοινότητα. Είναι η ίδια λογική που βρίσκουμε στον Μπατάιγ, όπου ο έρωτας γίνεται μορφή υπέρβασης του κοινωνικού κανόνα, αλλά και στον Μπέρτολτ Μπρεχτ, όπου η τέχνη δεν νοείται χωρίς ταξικό μίσος. Η ποίηση, μου δίνει τη δυνατότητα να ελπίζω, να υπάρχω, να κατοικώ σε κοινότητες αγώνα, να συναντώ ανθρώπους και να οργανώνουμε μαζί συνωμοσίες και όνειρα. Μια κεντρική λειτουργία της ποίησης στον 21ο αιώνα είναι ακριβώς η δημιουργία κοινοτήτων σε ένα κόσμο χωρίς κοινότητα. Εκεί που πλέον δεν έχουμε τίποτα να μοιραστούμε γιατί δεν έχουμε τίποτα κοινό, μιας και όλα πλέον έχουν ιδιωτικοποιηθεί. Αν η γενιά του ’30 έφτιαξε το πρόταγμα της «ελληνικότητας» και η γενιά του ’70 επεξεργάστηκε τη μνήμη της δικτατορίας, η γενιά του 2000 φτιάχνει κοινότητες ρευστές, ανοιχτές, διεθνικές. Κοινότητες που συναντιούνται στους δρόμους, στα κοινωνικά δίκτυα, στα φεστιβάλ βίντεο-ποίησης, στις βραδιές open mic. Όπως έλεγε ο Deleuze, η γλώσσα δεν είναι εργαλείο επικοινωνίας αλλά “μέσο διαταραχής”, μηχανή που ανοίγει γραμμές φυγής από τα καθεστώτα του νοήματος που μας επιβάλλονται. Η ποίηση, ως παραμόρφωση και ανατροπή του κυρίαρχου λόγου, επιτίθεται στην λογική της κυριαρχίας, καθιστά αδύνατη την ολοκληρωτική κυριαρχία. Η ‘αντοχή’ της ποίησης βρίσκεται στην αδιάκοπη ικανότητα της γλώσσας να υπερβαίνει όλους τους πιθανούς φραγμούς. Με αυτό τον τρόπο, η ποίηση είναι ταυτόχρονα πολιτική και ενδοσκοπική. Πολεμά την εξουσία προς τα έξω και συνοδεύει το υποκείμενο προς τα μέσα. Μας δείχνει ότι η ελευθερία δεν είναι ποτέ μόνο θεσμική· είναι και ψυχική, υπαρξιακή. Η ποίηση με κάνει να κατανοώ τον κόσμο – αλλά αυτός να μην μπορεί να με καθορίσει. Η ποίηση είναι μια δύναμη που μας κάνει να γινόμαστε-άλλοι (devenir) "κάποιοι άλλοι", χωρίς να υποτασσόμαστε στην ήδη υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Η ποίηση υπόσχεται τη δυνατότητα του ανθρώπου να συνεχίζει να υπερασπίζεται την ατομική και συλλογική ελευθερία μέσα στους αιώνες, κάτω από κάθε πιθανή πολιτική και κοινωνική συνθήκη. Ο Ernst Bloch μίλησε για το ‘ουτοπικό πλεόνασμα’ της τέχνης: κάθε καλλιτεχνικό έργο υπαινίσσεται κάτι που δεν υπάρχει ακόμα. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η ποίηση λειτουργεί ως «μνήμη του μέλλοντος»: μια μνήμη που δεν αναφέρεται σε αυτό που έγινε, αλλά σε αυτό που θα μπορούσε να γίνει- μια "αρχαιολογία του μέλλοντος". Η γλώσσα της ποίησης γίνεται εδώ γλώσσα απώλειας. Ο Achille Mbembe μιλά για “νεκροπολιτική”, για καθεστώτα που οργανώνουν με τεχνικούς όρους ποιος ζει και ποιος πεθαίνει. Η ελληνική ποίηση μετά το 2000 γράφεται μέσα σ’ αυτή τη νεκροπολιτική συνθήκη: οι άνεργοι, οι άστεγοι, οι αυτοκτονίες της κρίσης, οι μετανάστες που χάνονται στη Μεσόγειο, η φρίκη της γενοκτονίας του Παλαιστινιακού λαού, η παγκόσμια εξάπλωση του φασισμού, του μιλιταρισμού και του πολέμου, η καταστροφή του περιβάλλοντος, η οικονομία σαν απειλή, ο εξευγενισμός των πόλεων, η αστυνομική καταστολή, η ιδιώτευση, η απάθεια και ο διάχυτος κοινωνικός κανιβαλισμός- όλα αυτά είναι η σιωπηλή ύλη της γραφής. Η γενιά αυτή δεν είναι ενιαίο αισθητικό ρεύμα· είναι κοινότητα εμπειρίας. Όπως οι Deleuze και Guattari έβλεπαν τη φιλοσοφία, την επιστήμη και την τέχνη ως τρεις μορφές δημιουργίας εννοιών, έτσι και η σημερινή ποίηση λειτουργεί ταυτόχρονα ως θεωρία, ως επιστημονική υπόθεση και ως αισθητική πράξη. Ο Franco “Bifo” Berardi, μιλώντας για την εποχή μας, τονίζει ότι η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και συναισθηματική: ζούμε μέσα στην διαρκή κόπωση, το συνεχές άγχος και την κατάθλιψη που προξενεί η απουσία υπαρξιακού ορίζοντα. Κάθε προοπτική εξέλιξης ή κοινωνικής αλλαγής είναι απαγορευμένη και φρουρείται από αστυνομικούς με ρομπότ και drones. Εδώ η ποίηση δεν είναι κείμενο αλλά χώρος συνάντησης, συγκρότηση κοινοτήτων, χώρος εξομολόγησης του κοινού μυστικού. Δεν είναι τυχαίο πως ο εξομολογητικός βιωματικός λόγος έχει πολύ μεγάλη αποδοχή στην εποχή μας- είναι ο ανακουφιστικός λόγος της εποχής μας, ο ψυχικός αντίποδας του διαδεδομένου κατηγορητικού και καταγγελτικού λόγου και της διάχυτης λεκτικής βίας. Η δημόσια εξομολόγηση λειτουργεί παρηγορητικά και για το κοινό και για τον ποιητή. Ο λόγος κρίνεται για την αυθεντικότητα του, δεν υπάρχουν άλλα κριτήρια παρά μόνο η ειλικρίνεια του βιώματος και η παρρησία του λόγου. Η ποίηση γίνεται πρακτική αλήθειας, ‘παρρησία’ με τη φουκωική έννοια: να μιλάς ανοιχτά, θέτοντας σε κίνδυνο τον εαυτό σου. Μηχανισμοί επικοινωνίας, επιτέλεσης και διάδοσης της σύγχρονης ποίησης  Αν οι προηγούμενες γενιές είχαν τα λογοτεχνικά περιοδικά ως τόπους συνεύρεσης, η γενιά του 2000 έχει συλλογικότητες, καταλήψεις, φεστιβάλ. Μετά την κρίση, πολλά καταξιωμένα περιοδικά έκλεισαν ή περιορίστηκαν. Τη θέση τους πήραν προσωπικά blogs των ποιητών, μικρές ομάδες αυτοέκδοσης που διακινούνται αποκλειστικά σε εκδηλώσεις, τοπικά και διεθνή ανεξάρτητα φεστιβάλ ποίησης, βραδιές με ανοιχτά μικρόφωνα και μαζώξεις ποιητών στους δρόμους και τα πάρκα. Από την έντυπη “κανονικότητα” σε ένα αποκεντρωμένο, ριζωματικό πεδίο. Η Κρίση άλλαξε ριζικά τους τρόπους δημοσίευσης: τα παραδοσιακά περιοδικά (Νέα Εστία, Διαβάζω, Όδός Πανός κ.α.) υποχώρησαν, ενώ ξεπήδησαν αυτοεκδόσεις, νέα ηλεκτρονικά περιοδικά, ψηφιακές πλατφόρμες (Ποιείν, Αναγνώστης, Bookpress, Στάχτες, Poets.gr, FractalArt, Diastixo.gr κ.α.) Η οικονομική κατάρρευση και η ανεργία επιτάχυναν αυτήν τη μετάβαση: η τυπογραφία έγινε πολυτέλεια, το ίντερνετ αναγκαιότητα. Η ελληνική ποίηση ξαναγεννήθηκε στον ψηφιακό χώρο. Καθώς οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι είχαν εγκαταλείψει ήδη από τα τέλη του 20ου αιώνα την έκδοση και την προώθηση ποιητικών συλλογών ως οικονομικά ζημιογόνα επένδυση, νέες ομάδες και εκδότες σταδιακά έδωσαν ώθηση στην ποιητική δημιουργία στον 21ο αιώνα. Εδώ θα πρέπει να αναφερθούμε στα αυτόνομα περιοδικά Τεφλόν και ΦΡΜΚ με την συστηματική τους προσπάθεια να φέρουν την ελληνική κοινωνία σε επαφή με άγνωστες μορφές της σύγχρονης πρωτοποριακής ποίησης. Σίγουρα θα πρέπει να αναφέρουμε τις εκδόσεις Γαβριηλίδη και λίγο μετά τις εκδόσεις Θράκα και τις εκδόσεις Ενύπνιο που με την φρενήρη υπερδραστηριότητα τους εκδώσαν σε σύντομο χρονικό διάστημα έναν πολύ μεγάλο αριθμό νέων ποιητών φέρνοντας στο προσκήνιο μια γενιά που ως τότε ήταν αόρατη από τα βιβλιοπωλεία και σε μεγάλο βαθμό δεν χρησιμοποιεί το βιβλίο σαν το βασικό όχημα επικοινωνίας με το κοινό της, παρότι συνεχίζει να είναι και βιβλιοφιλική και βιβλιοφάγα. Η γενιά αυτή αξιοποιεί τις νέες τεχνολογίες και τη δημόσια παρουσία ως μηχανισμούς και μέσα επιτέλεσης της ποίησης. Ηχεία, μόνιτορ, μικρόφωνο, ηλεκτρονική μουσική, φωτορυθμικά, προτζέκτορες, βίντεο αρτ, υπολογιστές, οθόνες, τηλεφωνικές συσκευές, applications, software, youtube, facebook, instagram, tik tok. Η ποίηση δεν είναι μόνο κείμενο· γίνεται δρώμενο, ζωντανή αλληλεπίδραση, εμπειρία. Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται στην Ελλάδα· συνδέεται με διεθνείς τάσεις της performance poetry, όπου η φωνή, η παρουσία και η κοινότητα είναι εξίσου σημαντικές με το κείμενο. Το spoken word είναι ο τρόπος με τον οποίο η Ποίηση γίνεται σημείο συνάντησης. Βρισκόμαστε για να συνωμοτήσουμε δημόσια, να εξομολογηθούμε τα πιο κρυφά μυστικά μας στους δρόμους της πόλης και τα θέατρα, να ζήσουμε ο ένας μέσα στους φόβους και τα όνειρα και τις ελπίδες του άλλου. Οι ποιητές, μας τραβάνε όλους να ανέβουμε στη σκηνή- πρέπει να μάθουμε να μιλάμε με ειλικρίνεια ο ένας στον άλλον. Η προφορική ποίηση και οι δημόσιες αναγνώσεις βέβαια υπήρχαν από τα αρχαία χρόνια στον ελλαδικό χώρο – και φυσικά την συναντάμε στα δημοτικά τραγούδια, στις μαντινάδες, στους ρομαντικούς ποιητές, τα μετεμφυλιακά στρατόπεδα συγκέντρωσης, τους υπαρξιστές, τους μπίτνικ και τα φρικιά της μεταπολίτευσης. Στην σύγχρονη Ελλάδα, η σκηνή του spoken word αποκτά μαζική απήχηση ουσιαστικά το 1990 με το Κενό Δίκτυο και τις τακτικές και εξαιρετικά πολυπληθείς ποιητικές βραδιές «Περιβάλλοντα Λέξεων- Multimedia Δρώμενα Ποίησης» που διοργανώνουμε για 35 χρόνια, 3 με 4 φορές τον χρόνο σε δημόσιους χώρους, πανεπιστήμια και καταλήψεις με την χρήση οπτικοακουστικών μέσων, προβολών slides, 8mm ταινιών, πρισματικών διαθλάσεων και ζωντανούς αυτοσχεδιασμούς ποιητών με visual artists, μουσικούς ηλεκτρονικής μουσικής και djs. Μετά το 2011, το Ινστιτούτο Πειραματικών Τεχνών, με την καθοριστική εμπειρία και υποστήριξη των ποιητών και πολιτισμικών ακτιβιστών του Κενού Δικτύου, ενεργοποίησε το ετήσιο International Video Poetry Festival, μια έμπνευση της ποιήτριας, ηθοποιού και επιμελήτριας Σίσσυς Δουτσίου- μέλος και των δύο ομάδων. Η ανεξάρτητη αυτή διοργάνωση, χωρίς χορηγούς και επιχορηγήσεις έχει καθιερωθεί ως ένα από τα πιο αναγνωρισμένα διεθνή φεστιβάλ βίντεο ποίησης στον κόσμο, ένα ανοιχτό πεδίο συνεργασίας ανάμεσα σε κινηματογραφιστές, ποιητές και μουσικούς. Με εκατοντάδες συμμετοχές κάθε χρόνο από περισσότερες από 60 χώρες, το φεστιβάλ είναι μια διήμερη ή τριήμερη γιορτή αφύπνισης, με μία ημέρα πάντοτε αφιερωμένη αποκλειστικά στο spoken word, τις περφορμανς και τη δημόσια ανάγνωση ποίησης. Στο πλαίσιο αυτό, καλλιτέχνες από τις πέντε ηπείρους ταξιδεύουν στην Αθήνα για να συμμετάσχουν αφιλοκερδώς, αναδεικνύοντας τον χαρακτήρα του φεστιβάλ ως χώρου συλλογικής δημιουργίας και εθελοντικής πολιτισμικής προσφοράς. Από το 2015 παρατηρείται στην Ελλάδα μια εντυπωσιακή ανάπτυξη του συγκεκριμένου καλλιτεχνικού είδους, η οποία συνδέεται με την εμφάνιση νέων, ευέλικτων και ιδιαίτερα δραστήριων συλλογικοτήτων. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι μαζώξεις νέων ποιητών με την επονομασία «Ταράτσα Ποίηση», το Bad Poetry Social Club και το Poetry Slam, που διοργανώνουν εκδηλώσεις με αυξημένη απήχηση και σημαντική συμμετοχή σε χώρους που εκτείνονται από συναυλιακές σκηνές έως μπαρ και καφετέριες. Παράλληλα, σε πόλεις όπως η Αθήνα, η Πάτρα, η Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο και τα Ιωάννινα, συναντούμε πλήθος πρωτοβουλιών φιλικών ή άτυπων ομάδων, οι οποίες οργανώνουν open mic βραδιές και ποιητικές συναντήσεις, διευρύνοντας έτσι τα όρια της ποιητικής εμπειρίας και εμπεδώνοντας την κοινωνικότητα της προφορικής ποίησης στον δημόσιο χώρο. Η ελληνική γενιά του 2000, μέσα από φεστιβάλ όπως το International Video Poetry Festival, δημιουργεί δίκτυα συνεργασίας καλλιτεχνών από διάφορα εκφραστικά πεδία και με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές. Η ποίηση γίνεται συλλογικό εργαλείο κοινωνικής και αισθητικής χειραφέτησης. Η σύγχρονη spoken word ποίηση δεν είναι απλά μια μορφή δημόσιας αυτοέκφρασης είναι μια νέα παγκόσμια πολιτική τεχνολογία. Εδώ συναντιέται η ελληνική εμπειρία με την αμερικανική slam poetry, την γαλλική rap poésie, τα queer poetry nights του Βερολίνου, το πολιτικό ραπ των αραβικών και αφρικανικών χωρών, τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς της ασιατικής διαμαρτυρίας. Όλοι αυτοί οι χώροι δημιουργούν μια νέα δημόσια σφαίρα όπου το προσωπικό δεν είναι πια απλώς πολιτικό, αλλά και συλλογικά αισθητικό, καθώς σύμφωνα με το Judith Butler: "η δημόσια συνάθροιση σωμάτων που μιλούν μεταξύ τους είναι ήδη πράξη πολιτική". Μέσα από τα φεστιβάλ του Ινστιτούτου Πειραματικών Τεχνών και κυρίως τη  διοργάνωση του International Video Poetry Festival από το 2011 και τις περιοδείες στην Ευρώπη, την Αμερική και την Ασία παράγουμε μια διεθνή κοινότητα συνεργασίας από όλο τον κόσμο. Εδώ φαίνεται καθαρά ότι η ποίηση του 21ου αιώνα είναι πολυμεσική, πολυκεντρική, διεθνική. Με την συλλογικότητα στην οποία ανήκω, το Κενό Δίκτυο, από το 1990 έως σήμερα έχουμε οργανώσει πολλές δεκάδες multi media δρώμενα ποίησης – η κοινή συνισταμένη είναι πάντα η δημιουργία μιας ατμόσφαιρας ελευθερίας, ένα έδαφος για την καλλιέργεια της ανθρώπινης χειραφέτησης. Πρόκειται για μια ποίηση που δεν περιορίζεται στο χαρτί· γίνεται γεγονός, συμβάν, συγκέντρωση σωμάτων και φωνών. Αυτή η εμπειρία συνδέεται με το ριζωματικό μοντέλο των Deleuze/Guattari: καμία ιεραρχία, πολλαπλά κέντρα, συνεχείς διασυνδέσεις Είναι το ακριβώς αντίθετο της ιδέας της ποίησης ως μοναχικής ανάγνωσης στο ιδιωτικό ημίφως. Το υποκείμενο δεν είναι ποτέ σταθερό, δεν ‘καθορίζεται’ από τις κοινωνικές δομές, αλλά γλιστρά, μετασχηματίζεται, ακολουθεί γραμμές φυγής. Η ποίηση είναι το όργανο αυτού του γίγνεσθαι. Και εδώ συναντάμε μια ιστορική διαφορά: οι προηγούμενες γενιές συνήθιζαν να διαβάζουν την ποίηση κρυφά. Οι εποχές ήταν διαφορετικές: δικτατορίες, απολυταρχικά καθεστώτα, παρανομία των κομμουνιστικών και αναρχικών ιδεών· περίεργα χρόνια, οι άνθρωποι είχαν κρυφές ελπίδες, φοβόντουσαν να πουν την αλήθεια τους σε αγνώστους. Μετά ήρθε η τηλεόραση και έφερε την ηλιθιότητα των κυρίαρχων μέσα σε κάθε σπίτι· οι λέξεις έχασαν τη σημασία τους. Το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανέτρεψαν αυτή την κατάσταση· έδωσαν τη δυνατότητα σε κοινότητες με κοινές ιδέες να συναντιούνται ακόμα κι αν ζουν πολύ μακριά, ενώ έδωσαν στον καθένα ένα μικρόφωνο και μια κάμερα για να λέει ό,τι θέλει. Εδώ βλέπουμε την «τεχνολογική συνθήκη» της νέας ποίησης- μια μετάβαση από την έντυπη σιωπή στη δημόσια φωνή. Η ποίηση ήταν πάντα πολύ πιο πέρα από την εποχή της. Σήμερα οι ποιητές έχουν στα χέρια τους πολύ περισσότερα εργαλεία από ένα βιβλίο. Και φυσικά θα χρησιμοποιήσουμε όλα τα πιθανά εργαλεία που μας δίνει κάθε εποχή. Επιρροές και επιδράσεις της Ποίησης σήμερα Οι ποιητές σήμερα δεν αντλούν τόσο μεγάλη έμπνευση από την Τέχνη, αλλά από τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Κοινωνιολογία των στιγμών και των σημείων, μοριακή μελέτη της καθημερινότητας, αντιεξουσιαστική πολιτική φιλοσοφία, ανθρωπολογία, αντιαποικιοκρατική θεωρία και queer φεμινισμός- οι ανθρωπιστικές επιστήμες ασκούν μεγάλη επίδραση στον τρόπο που οι ποιητές γράφουν ποίηση αλλά και παράγουν ευρύτερες συζητήσεις στον δημόσιο χώρο. Αυτή είναι ίσως η μεγάλη τομή της ποίησης του 21ου αιώνα: η ενσωμάτωση θεωρητικών εργαλείων ως ποιητικών εργαλείων. Αν η γενιά του ’30 διάβαζε T.S. Eliot, Ezra Pound, Paul Valéry, James Joyce, Virginia Woolf και André Breton, η γενιά του 2000 διαβάζει Μισέλ Φουκώ, Γκυ Ντεμπόρ, Τζούντιθ Μπάτλερ, Ζυλ Ντελέζ και Φελίξ Γκουαταρί, Εντουαρντ Σαΐντ, Μπίφο, Μαρκ Φισερ, Ντέιβιντ Γκρέμπερ, Φραντς Φανόν, Σίλβια Φεντερίτσι, Μάικλ Χαρντ και Τόνυ Νέγκρι. Η ποίηση δεν είναι πια μόνο λυρική φωνή· είναι και θεωρητικό εργαστήριο. Δεν υπάρχει κάποιο ειδικό λογοτεχνικό ύφος που να συνδέει αυτούς τους δημιουργούς· υπάρχει όμως μια αντικαθεστωτική στάση και μια πηγαία, αυθόρμητη αγωνία για τα κοινωνικά και υπαρξιακά αδιέξοδα που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος στον Δυτικό κόσμο σήμερα. Δεν συγκροτείται ως «γενιά» με την κλασική έννοια· είναι μάλλον ένα πεδίο τάσεων που διαμορφώνεται από το τέλος της δεκαετίας του ’90 και κυρίως μετά το 2000. Χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό, υβριδικότητα και ριζική αμφισβήτηση της ίδιας της ιδέας της γενιάς. Αυτή η διάσπαση ύφους αλλά ενότητα στάσης, μας δείχνει ότι η ποίηση του 21ου αιώνα είναι περισσότερο ένα «ριζωματικό» φαινόμενο, χωρίς κέντρο, χωρίς μία κυρίαρχη φωνή. Σε αντίθεση με την «ελληνικότητα» που χαρακτήριζε τους ποιητές παλιότερων εποχών, αυτή είναι μια ποίηση εμπνευσμένη κατά κύριο λόγο από εμπειρίες και βιώματα που μοιραζόμαστε με ανθρώπους από όλο τον κόσμο και γραμμένη ώστε να επικοινωνεί με τις αγωνίες και τις ελπίδες των ανθρώπων παντού. Φυσικά, αυτό είναι ένα πρόταγμα που μπορεί να γίνει εφικτό μόνο με τη μετάφραση και τη δημοσίευση αυτής της ποίησης σε διάφορες γλώσσες· έργο που απαιτεί την ενεργή δράση των ίδιων των ποιητών. Στον διεθνή χώρο, παρατηρούμε ότι η ποίηση της κρίσης στην Ελλάδα συναντάται με την ποίηση της κρίσης στη Χιλή, στην Αίγυπτο, τη Τυνησία, την Ισπανία. Όλοι αυτοί οι ποιητές μοιράζονται την ίδια εμπειρία: την αναγκαστική επιβίωση σε συνθήκες διαρκούς αγωνίας και άγχους, την απέχθεια για τα απολυταρχικά, ρατσιστικά και σεξιστικά φαινόμενα, το πένθος για τα παρελθόντα κινήματα που δεν ολοκληρώθηκαν. Έτσι η παγκόσμια γενιά της κρίσης γίνεται σταδιακά διεθνής κοινότητα. Υπάρχει μια απελπισμένη ανάγκη για ελευθερία και αγάπη που ενώνει αυτούς τους ποιητές και τις ποιήτριες, μια κραυγή που μένει τελικά ανέκφραστη ακόμα κι όταν σελίδες ολόκληρες γεμίζουν προσπαθώντας να την περιγράψουμε. Είναι το κάλεσμα για ατομική και κοινωνική χειραφέτηση που μένει ανοιχτό σαν πληγή, σαν πιθανότητα, σαν ανέλπιδη πράξη. Εδώ η ποίηση λειτουργεί ως τραύμα αλλά και ως θεραπεία, ως ανοιχτό πεδίο όπου η απελπισία δεν κλείνει αλλά γεννά καινούριες δυνατότητες. Άλλωστε, όποιος δεν ελπίζει τίποτα δεν έχει και τίποτα να φοβηθεί. Όλες οι δυνατότητες πρέπει να δοκιμαστούν, όλες οι διαδρομές προς την ελευθερία πρέπει να εξερευνηθούν και η ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργεί Ποίηση μπορεί σίγουρα να μας εγγυηθεί την τελική επικράτηση της Ελευθερίας. __ Ο Τάσος Σαγρής είναι ποιητής, θεατρικός σκηνοθέτης και επιμελητής πολιτιστικών εκδηλώσεων. Αποτέλεσε ιδρυτικό μέλος της συλλογικότητας Κενό Δίκτυο (1990) και του διεθνούς πολιτιστικού οργανισμού Ινστιτούτο Πειραματικών Τεχνών (2008).