Ελένη Ντούξη

ΞΟΖΑΛ

Κάθε Ψυχοσάββατο γεμίζει αγάλματα η πλατεία Βι- κτωρίας. Κάθε Ψυχοσάββατο βλέπω κρότους λάμψης να  σκάνε στα χέρια τους και το χώμα να χάνει τη λάσπη  του από την ασπόνδυλη βροχή. Ακούω το βαρύ τους  περπάτημα και κάτω από τα πέλματα να λιγοθυμάνε  στη διαπασών τραγούδια από χώρες μακρινές. Τραγούδια  που σβήνουν στον αιφνίδιο χειμώνα, στο σκοτάδι που  φοράνε κατάσαρκα. Η σπασμένη τους ρίμα ηχεί μέχρι  ψηλά στην Αλεξάνδρας κι έπειτα κατάκοποι από την  πανδαισία των αντιλέξεων ράβουν το ένα το στόμα του  άλλου με τα σύρματα που βγάζουν από τους τένοντες.  Τους τυραννάει το δικό τους κέλυφος. Αν ήμουν ένα  κορίτσι ψηλό με αγαλματένιο σώμα, θα αναμετριόμουν  στα ίσα μαζί τους, μα το στενό δέρμα που με καταπίνει  με αποτρέπει να φτάσω ουρανό. Γι’ αυτό κουβαλάω μια σκάλα κάθε φορά κι έναν Μάρτη φορεμένο στον ώμο.  Τους κόβω τα ράμματα για να λυθεί η γλώσσα τους  να μου πουν για τον καημό των θαμώνων.  Εκείνων που  γονατίζουν μπροστά τους με το λευκό μηρό του θανάτου  σφιχτά στην αγκαλιά. Στην πρώτη τους λέξεις ξηρός βήχας  περονιάζει έναν ουρανό που πληρώνεται αδρά για να μην  φτάνει για όλους. Τα ταΐζω ξοζάλ με τους χούφτες για να  σπάσουν οι κεραυνοί στα λαρύγγια τους. Να σωπάσει  ο τρόμος της φωνής στην κάθε εκπνοή. Να κόψουν τις  δικαιολογίες και να μιλήσουν. Με ένα δυνατό χτύπημα  στην πλάτη να μπουν ξανά οι σπόνδυλοι στη θέση τους. Να σηκώσουν ανάστημα στις φθισικές νύχτες. Όμως στις  κόρες των ματιών τους βλέπω τα κατάγματα του ήλιου.  Βλέπω τη γη που σπαταλήθηκε στα χιλιόμετρα. Τον  χρόνο που κόβεται σαν χαρτί. Νιώθω τις τεκτονικές  πλάκες να αλλάζουν τον χάρτη σε κάθε λαχάνιασμα  του ηλεκτρικού. Ακούω ένα μωρό να μοιρολογεί στον  μαστό μιας πικροδάφνης. Τις μανάδες να κουρνιάζουν στις  αγκαλιές των αγαλμάτων λουσμένες από το ποτάμι που  τρέχει από τους σιελογόνους αδένες. Και όλοι στέκονται  γύρω από τη φωτιά τρώγοντας συντροφιά τραγανά  ευχολόγια και τα κόλλυβα της αδιαφορίας μας. Στα ματοτσίνορά τους ποτίζεται μία υποσχετική ξαστεριά.  Τα αγάλματα ξέρουν πιο πολλά από μας, ξέρουν πως  αποσιωπάει η ψυχή το σώμα. Τρέφουν μέσα τους μια  Αρκτική. Παρηγορούν με το σθένος της κρύας πέτρας. -- Ελένη Ντούξη - «Αντιδραστήρας» εκδόσεις Ενύπνιο, 2020 Η Ελένη Ντούξη γεννήθηκε το 1979 στους Αγίους Σαράντα της Αλβανίας και ζει στην Αθήνα από το 1993. Σπούδασε Θεολογία στο Ε.Κ.Π.Α και κλασική κιθάρα.Το Μείον Δεκάξι (εκδ. Μελάνι, 2016) είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή, και ο Αντιδραστήρας (Ενύπνιο, 2020) η δεύτερη.