Βασίλης Νικολόπουλος

ΕΝΑ ΘΛΙΜΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ, ΣΑΝ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΩΝ ΑΓΟΡΙΩΝ

                                                                                            [στον Νικόλα] Αρχίζω απ’ το τώρα.  Χρειάζομαι λίγο χρόνο για μένα  και κάμποσα τσιγάρα  για να φτάσω στο τέλος του δρόμου.  Αναρωτιέμαι αν έχω εθιστεί στα παυσίπονα.  Αν μπορεί να εθιστεί κανείς στα παυσίπονα  την σήμερον ημέρα.  Αναρωτιέμαι αν εκεί πίσω, στα 17 σου χρόνια,  βρίσκεται ξεχασμένο  οτιδήποτε υποτίθεται πώς έψαχνες.  Γιατί θα πρέπει να δικαιολογήσω τον τρόπο μου;  Για να καταλάβεις τι από ‘μένα; Ψάξου.  Η τρεμούλα δεν λέει να φύγει,  δύο μέρες τώρα, παρά κάτι, κρυμμένος.  Η βλακεία δεν λέει να φύγει, ο τελευταίος επιζών.  Πιέζω το χαρτί και μουδιάζω τα δάχτυλα.  Έχουμε ανάγει τα πάντα σε πάθηση.  Μαχαίρια με τις κόψεις στραμμένες πάνω σου  έτοιμα να σε πετσοκόψουν,  αυτοί οι προηγούμενοι… πάντα αυτοί οι προηγούμενοι.  Και τώρα, να, εδώ που σου γράφω  και αγνοείς που μπορεί να υπάρχω, να υπήρξα ή να υπάρξω,  σου λέω πως αυτό δεν είναι ένα ποίημα.  Είναι μία πράξη εγωισμού για να σταθώ  ένας σκληρός μονόλογος που παύει.  Κάθε χρόνος θα ταίριαζε με κρίσεις, ημικρανίες  και φίλους, που ψάχνουν μονάχα τη θέση του κλειδιού  της τελευταίας πόρτας που θα διαβούνε απόψε.  Χανόμαστε σιγά-σιγά.  Τα λέμε σε καμιά κηδεία  ή και καλύτερα μετά απ’ αυτή.  Και μένει μια μυρουδιά στα ρουθούνια  φυτεμένη για ώρες και μέρες μέρες επανέρχεται.  Δεν ξέρω τι είναι, σαπίλα,  ο θάνατος, τα χρόνια; Κανείς δεν δείχνει να νιώθει.  Τα κορίτσια που γύρισαν από σεζόν  φορούν ακόμη κοντομάνικα.  Εμείς δεν μπορούμε να γυρίσουμε,  γιατί δεν φύγαμε. Όπου κι αν πήγαμε, είμαστε δω.  Κι ενώ αστράφτει και βρέχει μανιωδώς,  κι ενώ κοιμάσαι, εδώ σου γράφω. Εγώ ο ανύπαρκτος, σχεδόν στα σκοτεινά,  σχεδόν γυμνός από καρδιά,  και πιο σκοτεινά τραγούδια θα ‘θελα ν’ ακούσω  κι είναι δύσκολο.  Μα πρέπει κι εσύ να υπάρχεις  γιατί πρέπει να υπάρχεις,  και βάλε ό,τι στίξη γουστάρεις,  το στυλό σε οριζόντια θέση και το χαρτί να πατά σε τοίχο·   η μελάνι αρχίζει να χάνεται. ----- Βασίλης Νικολόπουλος - «Βράδυ με ήρωες», Εκδόσεις Ενύπνιο, 2021  Ο Βασίλης Νικολόπουλος γεννήθηκε το 1979 στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Αγρίνιο όπου και διαμένει πλέον μόνιμα.  Από το 2018 έως το 2020 κυκλοφόρησε δύο συλλογές ποιημάτων σε αυτόνομη έκδοση, τύπου fanzine (εκδόσεις Αγαύη), οι οποίες διακινήθηκαν εκτός εμπορίου.  Τον Δεκέμβριο του 2021, από τις εκδόσεις Ενύπνιο, εκδόθηκε το βιβλίο ¨Βράδυ με Ήρωες¨ (ποιήματα). Τον Οκτώβριο του 2021, σε μουσική του Γιώργου Γιαννόπουλου και ερμηνεία της Αθανασίας Αγραφιώτη, κυκλοφόρησε  σε ψηφιακή μορφή το άλμπουμ Καυτό Γυαλί, μια επιλογή ποιημάτων από τις προαναφερθείσες συλλογές.  Τον Μάρτιο του 2023 εκδόθηκε το διήγημα ¨ Όνομα σκύλου¨ (εκδόσεις Αγαύη), μια ιστορία που συνέγραψε με τον Κώστα Παπαπάνο.  Το 2024, σε ελάχιστα αντίτυπα, κυκλοφόρησε η συλλογή ¨Οι Μηχανές Δονούν το Τετράγωνο καθώς Πλησιάζουμε στη Σταύρωση¨ (εκδόσεις Αγαύη). Έχει μεταφράσει ποιήματα των Dylan Thomas και Charles Bukowski και  έχει συμμετάσχει στα συλλογικά έργα:  Περιοδικό Εκτός – Τεύχος Ονειρικό / Εκδόσεις των Άλλων 2021 Ημερολόγιο Ποίησης [Με το βλέμμα των παιδιών - Φωτογραφίες    Μάριος Λώλος] / εκδόσεις Άπαρσις Θεωρητικό όργανο Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης, Κλίβανος / εκδόσεις Ρώμη  Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ιστολόγια, όπως στο Εξιτήριον και To Koskino / For a revolutionary poetry of our times.