Κορρέ Αγγελική
ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΖΕΙ ΑΣ ΦΡΟΝΤΙΣΕΙ ΝΑ ΖΕΙ ΑΚΑΤΑΠΑΥΣΤΑ
Γι’ αυτό, όποιος θέλει να ζει, ας φροντίσει
να ζει ακατάπαυστα, κι όποιος θέλει να πεθάνει,
ας μεριμνήσει να πεθάνει ακαριαία.
Γι’ αυτό δεν υπάρχει άλλος λόγος – στη νήσο την αλίμενη,
όλο βράχια κι όλο λυκόστομα νερά κι όλο σαρδάνες
που σφίγγουν και ξεσφίγγουνε τη σάρκα,
κοιμούνται την επαγγελία τους οι γιοι – αιώνια,
δίχως ξύπνημα, ούτως ώστε έτσι να τους χάσει ο κόσμος,
κοιμώμενους∙ ούτε σάπιους στον τάφο ούτε στάχτη στην πυρά.
Μονάχα των μανάδων τους τα μάτια να σαλεύουν,
μόνο των τραγουδιών ο αντίλαλος σε δίχως ύψος κόρφους,
πάνω στις στάσεις του Τοκάιντο, πάνω απ’ των γυναικών τα στίφη
που κράδαιναν τις μύτες τους στο άκουσμα της πεύκης
που σαν νερό διέλυε των τριών βουνών την κλίση
Κι η καθεμιά τους βόλευε εκεί τις αναμνήσεις της,
άλλο αν συνήθιζαν τα όρη ν’ ανεβαίνουν
αγκομαχώντας, βαστάζοντας στους ώμους τους δεμάτια του ρυζιού
ίσα μ’ ένα μικρό καλύβι οι ώριμες, κι οι πιο νεαρές
ίσα με τα βουνόπευκα στου Σουρουγκά-βαν τ’ άφραχτα ανηφόρια.
Εντάσεις δεν απόμειναν μες στις παλιές λαλιές
και οι καινούργιες έχασαν τους τόνους τους
σαν ερωμένες συντηρούμενες στα σπίτια των προαστίων
με κήπους όλο βλάστηση, με δέντρα ψηλά, πυκνόφυλλα,
μ’ αυτές λοιπόν που από ευγένεια αποστήθιζαν τα τρίστιχα
κι από ευγένεια πάλι μάθαιναν στο σάμισεν
τραγούδια που δεν καταλάβαινε η γενιά τους
κι η τραγωδία τους όλη πως δεν είχαν καν αλαζονεία
κι έχει από κάτι άλλο ξιπαστεί το δάχτυλο όλο χάρη
και το κορμί, για να ’χει ακρίβεια, την παγωνιά μαθαίνει
όχι από πάθος, αλλ’ από χρέος, όπως κανείς φορά των χρόνων του
τα ρούχα, και η ζωή κυλάει απλά, με καν παράπονο,
και με καν θλίψη ο θάνατος, με καν μελαγχολία
έρχονται ο ήλιος κι η σελήνη στους ναούς, με θρήνους καν,
με καν χαρές στις καλαμιές των ποταμών οι γρύλοι
και στα νερά πια ο γυρίνος δεν ταράζεται απ’ αυτούς
που μια φορά αλλάζαν τη φορά τους με μια πέτρα.
Γι’ αυτό, καθένας που ’χει θέληση, είτε μ’ ένα χαντίθ είτε μ’ ένα καντίς,
ας μπει κι αυτός σε κάποια απ’ τις ζωές των διηγήσεων
τη δύναμη ας βρει που δεν βρήκε σαν ξένος
φίλο να προσφωνεί τον φίλο του, αδερφό τον αδερφό του, και σαν νεκρό
να μνημονεύει τον νεκρό του: σαν των τριών φώτων το πουλί –
του φεγγαριού, του ήλιου και του άστρου– εκεί όπου για τον παράδεισο
δεν έχει η γλώσσα ούτε μια λέξη. Αν είμαι αυτός, τι άλλο ζητώ;
Δεν κρατούν τα κότσια μου. Τα πάντα είναι εξαντλημένα.
Ατιμασμένος σαν ταύρος που δεν του δόθηκε ο αγώνας του,
δεν έχω πια προφητείες για τον γιο του ανθρώπου∙
ας σηκώσει το βάρος αυτός που ενέδωσε∙ ας λυτρώσει το γένος του
αυτός που διήρκεσε∙ όποιος μπορεί, όρκο χωρίς όρκο να δώσει∙
όποιος θέλει, να ξαναγυρίσει εν ζωή σ' αυτό στ’ οποίο
ο άνθρωπος αφοσιώνεται όταν και μόνο όταν το τέλος περιμένει,
διότι το τέλος, ώσπου να τελεστεί, έχει με όλων των χρόνων ισάξια
ζωή, κι ό,τι τότε συμβαίνει, αν δεν τελειώσει το τέλος, είναι άκυρο.
Γι’ αυτό, άκου με, τράνταγμα του βήματος της σκιάς, θρόισμα
της εσθήτας της σκόνης, όταν ρωτώ ποιος μ’ εγκατέλειψε –
ρωτώ καθαρά: ποιος μ’ εγκατέλειψε; Και δεν μπορώ ούτε θέλω
τίποτα να ζητήσω, ακόμη κι αν μου προσφερόταν. Και δεν μπορώ
ούτε θέλω τίποτε άλλο να πω, ακόμη κι αν κάποιος αθώος με άκουγε.
Δεν θέλω την Ιστορία. Δεν θέλω την Αιωνιότητα. Θέλω τον θάνατο –
όχι. Θέλω να θέλω τον θάνατο όπως κανείς δεν τον είχε θελήσει
κι ούτε πρόκειται να τον θελήσει ποτέ. Αυτό είναι το βάρος της ζωής.
Είναι η πιο κοινή των αριών για τα ρομάντζα των απατημένων γυναικών
ή ο τρόπος με τον οποίον οι άντρες γεννιούνται: χωρίς να έχουν ιδέα,
όταν ο κόσμος φωνάζει: αν νομίζατε ότι αγαπηθήκατε, αγαπηθήκατε
επειδή άλλος κανείς δεν δικαιούται τη γνώση των πραγμάτων
κι η γλώσσα του δεν θα ’χει το ίχνος καμιάς άλλης γλώσσας, όπως
η τρέλα μονάχα μπορεί να είναι μοναδική κι όπως το τέλος του κόσμου
κρατά στα χέρια την ειρήνη του, αφού πάντοτε έρχεται ως ένα, μονάχα ένα.
Πες λοιπόν, αν σε ρωτώ, τώρα με δέχτηκες;
Πες λοιπόν, συ το ό,τι των πάντων, το ό,τι που φυλάσσει τους πάντες,
έστω αν είσαι ο κόσμος ή η ειρήνη, η λαλιά ή η σιωπή, η ζωή
ή ο θάνατος και το ένα και τ’ άλλο, πες σ' εμένα, γιατί εγώ είμαι ο ομφαλός,
πες λοιπόν, αν σε ρωτώ, τώρα με δέχτηκες;
_______
Κορρέ Αγγελική "Σιγκιριγές για τον ταύρο του Τερουέλ (Περί Πολέμου)", Στιγμός, 2022
Η Αγγελική Κορρέ (1992) σπούδασε Θεολογία, Συγκριτική Λογοτεχνία και Φιλοσοφία στο ΕΚΠΑ και είναι υποψήφια διδάκτορας Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο ΕΚΠΑ, έχοντας υπάρξει δύο φορές υπότροφος του Ι.Κ.Υ. Από το 2012 βιοπορίζεται ως επιμελήτρια εκδόσεων και μεταφράστρια. Η πρώτη ποιητική συλλογή της, Ο μονόκερως και η ψύχωση (εκδόσεις Τυπωθήτω – Λάλον Ύδωρ 2012), απέσπασε το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή Κάτια Γρηγορίου-Θεοχαράκη και αργότερα μεταφράστηκε στην ισπανική γλώσσα (El unicornio y el delirio, μτφρ. Mario Domínguez Parra, εκδόσεις Ménades 2019). Ακολούθησαν δύο ποιητικές συνθέσεις: Μαεστά (εκδόσεις Γαβριηλίδης 2016) και Σιγκιρίγες για τον ταύρο του Τερουέλ [Περί πολέμου] (εκδόσεις Στιγμός 2023). Άλλα έργα της περιλαμβάνονται σε συλλογικές εκδόσεις στην Ελλάδα και στην Ισπανία. Είναι τακτική συνεργάτιδα του έντυπου περιοδικού για τις τέχνες και τα γράμματα Βόρεια Βορειοανατολικά, όπου δημοσιεύει δοκίμια και μεταφράσεις της, και του ψηφιακού λογοτεχνικού περιοδικού Φρέαρ, όπου δημοσιεύει κριτικά κείμενα για βιβλία ποίησης. Λογοτεχνικά, δοκιμιακά και κριτικά κείμενα και μεταφράσεις της δημοσιεύονται σε έντυπα και ψηφιακά λογοτεχνικά περιοδικά, καθώς και σε εφημερίδες, στην Ελλάδα και στην Ισπανία. Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών.
