Ναταλία Καραγιάννη
Audio Recording (Greek) / Ελληνικά
ΞΕΝΟΣ
Δεν έτρεξε με τους γενναίους μαχητές στις ανοιχτές πεδιάδες,
ούτε άφησε θαυμαστό ποίημα ή ένα παραμύθι,
δεν δόθηκε σε τέχνη ή επάγγελμα με ζέση,
δεν έφτιαξε πολύτιμα αντικείμενα ούτε καν συνηθισμένα,
δεν έμεινε από εκείνον ούτε μια κούκλα πρόχειρη
για μικρό του ξαδερφάκι,
ούτε μια ξύλινη σφυρίχτρα,
δεν πρόλαβε,
ας έτσι ειπωθεί επιτέλους,
ν’ αφήσεις ίχνος,
δεν έχει καν γνώριμο τάφο.
Ό,τι υπάρχει είναι η απουσία του.
Πόσοι και πόσοι δεν είμαστε
που βαλθήκαμε να πορευτούμε τον δρόμο αναζήτησης
άγνωστου νεκρού
- αυτοί οι άλλοι είναι ίσως η συντροφιά μου,
οι που πάνε να στηλώσουν κάτι μέσα τους ανασταίνοντας εκείνον,
ίσως εντάσσομαι εγώ, όχι ο Ντάγκο,
στους προσκυνητές του Σαν Ισίδρο.
Με το που απομακρύνθηκε το λεωφορείο από το χωριό,
έγινε ξένος.
Άγνωστο ό,τι τον περιέλαβε, άγνωστος εκείνος.
Το να ‘σαι ξένος σε έζωνε,
ήταν σαν ένα ξεχασμένο πανωφόρι.
Μόλις ένιωσε την ιδιότητα στους ώμους του,
όλο το άβολό της βάρος
εισχώρησε σε μία άλλη γυμνότητα καταβολής.
Έγινε ξένος δια παντός:
δεν ξαναφέθηκαν ποτέ οι μυς του χαλαροί σε μονοπάτια
που ροβολούσε από μικρός,
σε γνώριμα γρασίδια η πλάτη του δεν ξαναξεκουράστηκε,
τα μάτια του δεν αντίκρισαν ποτέ ξανά
αδιάσπαστο ουρανό, οξύ βουνό.
Θες με αφόρητη υγρασία θες με ζέστη,
για πάντα ντύθηκε το ξένο πανωφόρι.
Ένα, το τι επωμίστηκε αυτός
και άλλο το πώς αντιμετωπίστηκε απ’ τους άλλους.
Αλλά και το ίδιο: το αόρατο πανωφόρι του ήταν εν τέλει ορατό.
Το ξένος λες και ήτανε φαρδύ πλατύ γραμμένο πάνω του,
κυκλοφορούσε λες με στάμπα ή με κίτρινο αστέρι.
Το χρώμα απ’ το δέρμα του, των ματιών του,
το ύψος του, τα χαρακτηριστικά του εν γένει
-όλα τον κάναν μαύρο.
Με το που έφτασαν και πάτησε το πόδι του εκεί,
βαφτίστηκε εκ νέου: Ντάγκο.
Ο ξένος είναι σαν το νερό που κυλάει πάνω στο έδαφος
μετά από μία νεροποντή:
σύντομα ξεραίνεται χωρίς να αφήνει ίχνος,
έτσι λένε στην Γκάνα.
Το παρόν είναι μία ξένη χώρα γεμάτη σιωπή,
και τα λόγια τριγυρνάνε μέσα στα όνειρα
κι όλο φωτίζουν την άλλη πλευρά, την δήθεν φωτεινή.
Η σιωπή που πρώτη φορά στην κουπαστή του γεμίζει
είναι πεδίο φυγής.
Το πιο παλιό του ένστικτο γνωρίζει
πως η φυγή, χωρίς όνομα, είναι λύση.
Έτσι ορίζονται τα πράγματα, δεν κρίνονται,
είναι βαθιά απλές οι αποφάσεις
από τις οποίες δεν έχει πισωγύρισμα ούτε μετάνοια.
Επειδή πολύ συχνά τα επακόλουθα είναι φυσικά,
μέσα στους βιωμένους νόμους.
Ακροπατώντας μες στο πεδίο σιωπής του,
αφουγκράστηκε τις δυνατότητές του,
τι άντεχε να πάει ν’ αγγίξει πάλι και τι όχι,
πλησίασε τις δικές του καταβολές
με το αντίθετο της εστιασμένης προσοχής,
με την πιο καίρια αφαίρεση που πάει κατευθείαν στο ζωντανό.
Απομακρύνθηκε γοργά με ό,τι σπαρταρούσε σαν πληγή
από το πολύ ωραίο, το υπερβολικά απολαυστικό
ως το πολύ δύσκολο.
Βάλθηκε να αργοπορήσει σε περιοχές μεσαίες,
όπου η ευχαρίστηση απλώνεται σε διάρκεια,
έτσι ώστε να περισσεύει και για το παρόν
σαν να ‘τανε αγώνας αντοχής,
μα πριν στο τέρμα φτάσεις εξαντλημένος.
Εκεί ακριβώς μετέωρος δεν απειλούνταν
ούτε από το μαλακό, αόριστο παρόν
ούτε από ό,τι απολαυστικό του παρελθόντος.
Βρέθηκε στιγμιαία μια θέση ισορροπίας μέσα στις σιωπή του,
κι απ’ έξω η μηχανές του καραβιού,
οι παφλασμοί της θάλασσας,
και ενίοτε φωνές ταξιδιωτών.
Περιδιάβαινε καπνίζοντας,
διέθετε υπομονή και στοχαστικότητα για κάποιον
μόλις δεκαεννιά χρονών.
___
Ναταλία Καραγιάννη «Ντάγκο»- Εκδόσεις ΘΡΑΚΑ, 2025
Η Ναταλία Καραγιάννη γεννήθηκε στο Παρίσι και ζει στη Βαρκελώνη. Σπούδασε νομικά, πολιτικές επιστήμες και κοινωνιολογία. Έχει εκδώσει τις ποιητές συλλογές Σαράντα (Άγρα, 2014), Εξορισμός (Μελάνι, 2016), Αποικία (Άγρα, 2018), Ντάγκο (Θράκα, 2025).
