Ευθυμιάδης Άγγελος
ΣΕ ΕΙΔΑ ΟΤΑΝ ΕΣΚΥΒΕΣ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ
Σε είδα όταν έσκυβες το κεφάλι
κάθε φορά που περνούσες δίπλα
από ένα νεαρό περαστικό ζευγάρι.
Σε είδα και στο λεωφορείο
τα βλέμματα που έριξες στο κορίτσι
λίγες καρέκλες μπροστά σου
είδα επίσης ότι δεν είχατε πελάτες
και κοιταζόσασταν από την αντανάκλαση των τζαμιών
και όταν τα βλέμματά σας συναντιόντουσαν
το τζάμι ράγιζε από ντροπή
κι εσείς ρίχνετε το φόβο σας στο πάτωμα.
Την είδα τη δειλία σας.
Τον είδα να αγαπάει όλο τον κόσμο
και ο δικός του κόσμος τόσο φωτεινός που δεν το ξέρει
τόσο όμορφος που το αγνοεί
τόσο αφελής να μην το καταλαβαίνει.
Τον είδα να φτιάχνει καφέ των ξυπνάει
να πλένεται
να κοιτιέται και να καταριέται που και σήμερα ξύπνησε.
Τον είδα με τις φλέβες του σκουριασμένες.
Τον είδα και στην ανάρρωση.
Τον είδα 35 χρονών να μένει με τους γονείς του στο σπίτι
και να μην έχει δει γυμνό γυναικείο σώμα για χρόνια.
Τον είδα να στέκεται στα πόδια του
και η μέρα πλέον ήταν μια απόλαυση
μετά τον είδα με τις κόρες του ελάχιστες
και πάντα να υπάρχει λόγος σε κάθε υποτροπή.
Τον είδα, τους είδα, με είδα.
Τον είδα να χτυπάει και να σκοτώνει
τον είδα χωρίς ενοχές
τον είδα ατιμώρητο
τον είδα σε δωμάτια να βασανίζει.
Τον είδα με «αίμα και τιμή» να μαχαιρώνει
με ένα απαίσιο ολοκληρωμένο μίσος.
Τον είδα να ρουφιανεύει για λίγα τσιγάρα.
Τον είδα ο κυρίως στη Θεσσαλονίκη
να προφέρει το λάμδα όπως πρέπει.
Τον είδα «ιδανικό και ανάξιο εραστή»
τον είδα νεαρό ομοφυλόφιλο
μα και κρυπτικό
να κοιτάει τους λάτρες της προκατάληψης με φόβο
και την ερωτική του ζωή ανελεύθερη.
Τον είδα να οδηγεί μεθυσμένο και σίγουρο.
Τον είδα με ένα χέρι
με ένα πόδι
τον είδα σε αμαξίδιο
να ονειρεύεται τη ζωή με άλλο περπάτημα.
Τον είδα να πίνει όσο χρειάζεται
και αυτό το «όσο»
τόσο εύστοχο
χωρίς κανόνα
και αυτό το «χρειάζεται»
τόσο φανταστικό
να το πιστεύει.
Την είδα να έχει στα μάτια της θάλασσες
και με ταξίδευε σαν το καράβι
και έλεγε «θα σ' αγαπώ με τα καλοκαίρια».
Τον είδα να λέει ότι τ’ αστέρια δεν αξίζουνε τόσα βλέμματα
ότι ο ουρανός είναι ψεύτικος
και ο έρωτας τίποτα το σημαντικό.
Τον είδα να μετράει τα σκαλιά
μαντεύοντας πάντα
ότι τελειώνουν σε ζυγό αριθμό
και όταν περπατάει να πατάει
τα πόδια του στα κενά από τα πλακάκια
σας είδα που τον είπατε ψυχαναγκαστικό
και όχι μόνο.
Τον είδα καινούργιο
έτοιμο για τα σκατά και για το μέλι που θα γευτεί
έτοιμο να δει πιο καθαρά όλα όσα δεν είχε δει
ζώντας και όχι αργοπεθαίνοντας.
Τον είδα να κόβεται η ανάσα του κάθε φορά
που άρθρωνε είναι το σ' αγαπώ.
Τον είδα να σου λέει «χάρηκα»
με βλέμμα διαρκώς εξασκούμενο σε γυμναστικές επιδόσεις
αληθοφάνειας
και το τύλιγμα του χεριού του στη χειραψία
άψογα προπονημένο στο σφίξιμο.
Τον είδα, τους είδαμε, μας είδαν, με είδα.
_
Άγγελος Ευθυμιάδης «Δεν Θυμάμαι, Ξέχασα» - Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ, 2016
O Άγγελος Ευθιμιάδης γεννήθηκε το 1986, μεγάλωσε και ζει στη Θεσσαλονίκη.
