Από την κρίση της ποίησης και της ελευθερίας στην ελευθερία της ποιητικής κρίσης
Στην εισαγωγή αυτή θα ασχοληθώ με τα κύρια χαρακτηριστικά και τη λογοτεχνική γενεαλογία της ποιητικής γενιάς του 2000.
Πρώτα, μια διευκρίνηση. Η ποιητική (και όχι ηλικιακή) γενιά στην οποία αναφέρομαι δεν περιλαμβάνει όλους τους συνομήλικους ποιητές (με τον ίδιο τρόπο που η γενιά του 1880 ή του 1930 δεν περιλαμβάνει όλους τους συνομήλικους ποιητές). Περιλαμβάνει μια ομάδα ποιητριών και ποιητών με μια συγκεκριμένη τάση, ένα ύφος, μια στάση, μια δράση. Υπάρχουν πολλοί ποιητές γεννημένοι γύρω στο 1980 τους οποίους δεν περιλαμβάνει η δική μου κατηγοριοποίηση και ομαδοποίηση αλλά θα μπορούσαν να τους περιλάβουν άλλες. Δεν μπορώ και δεν φιλοδοξώ να συμπεριλάβω τις πάσες και τους πάντες. Kάνω μια συστηματική επιλογή με βάση φορμαλιστικά, πολιτισμικά και θεωρητικά κριτήρια.
Η δεκαετία του 1990 ήταν απ’ όλες σχεδόν τις απόψεις ένα χαµηλό σηµείο του ελληνικού πολιτισµού: Οι περισσότεροι συνθέτες της έντεχνης µουσικής σιώπησαν ο ένας µετά τον άλλον, το µυθιστόρηµα πλήθυνε ρεαλιστικό και τυποποιηµένο, το φιλµ εξαφανίστηκε, το θέατρο απώλεσε την επιρροή του, η αρχιτεκτονική ποτέ δεν αναµετρήθηκε µε την πρόκληση των Ολυµπιακών του 2004, και η «αθέατη» ποιητική γενιά της δεκαετίας του 1990 βυθίστηκε µόλις εµφανίστηκε. Η περίοδος κορυφώθηκε στις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυµπιακών Αγώνων που λειτούργησαν πιο πολύ ως ένας νοσταλγικός αποχαιρετισµός στο κυρίαρχο πολιτιστικό σύµφυρµα της Γενιάς του ’30 που είχε επανεφεύρει, συντηρήσει, και θεµελιώσει την ελληνική ταυτότητα σε εθνικό και διεθνές επίπεδο για περισσότερο από το δεύτερο µισό του εικοστού αιώνα. Αυτός ο κατ’ουσίαν επιµνηµόσυνος διπλός εορτασµός αντανακλούσε επίσης τον θρίαµβο και µαζί την εξάντληση του αριστερόφρωνου εθνοκεντρικού σχεδίου που εγκαινιάστηκε γύρω στο 1971 ως η πλέον ατυχής απάντηση (αντί της κριτικής) στο δεξιόφρωνο εθνικιστικό σχέδιο της χούντας του 1967. Στην ιστορική εκείνη στιγµή του 2004 καθετί αναγορευµένο αυθεντικά ελληνικό και προοδευτικό είχε ανθολογηθεί, ενταχθεί στον κανόνα, µνηµειοποιηθεί και ιεροποιηθεί. Επισήµως δεν υπήρχε ανάγκη για οτιδήποτε νέο ή διαφορετικό.
Τη δεκαετία του 1990, η πεζογραφία και η ποίηση συνέβαλαν στο πολιτιστικό τέλμα της ελληνικής κουλτούρας με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο. Ακολουθώντας μια στροφή προς τον λαϊκισμό, η πεζογραφία παρήγαγε ογκώδη μπεστ σέλλερ οριενταλιστικής λογοτεχνίας με τη μορφή του πολυπολιτισμικού ρομάντζου και της περιπέτειας, ενώ η ποίηση, ακολουθώντας μια παράλληλη υπαρξιακή στροφή, φρόντιζε τις αλλοτριωμένες επιθυμίες μιας μετροσέξουαλ υποκειμενικότητας. Οι μυθιστοριογράφοι άρεσαν στο γενικό κοινό των τηλεοπτικών πάνελ και απολάμβαναν την εμπορική επιτυχία τους, ενώ οι ποιητές απευθύνονταν στους πιο κοντινούς τους φίλους και μαράζωναν στην πολιτιστική τους έκλειψη.
Επιχειρώντας να βγουν από το τέλμα, τον 21ο αιώνα τα δύο λογοτεχνικά είδη ακολούθησαν πολύ διαφορετικούς, και εν πολλοίς αντικρουόμενους, δρόμους. Η πεζογραφία ανέλαβε να διευθετήσει τις παραδοσιακές διακρίσεις (π.χ. άτομο και κοινωνία, εαυτός και άλλος, φύση και πολιτισμός, παράδοση και εκσυγχρονισμός) τις οποίες ο μητροπολιτικός εαυτός εξακολουθούσε να διαπραγματεύεται προκειμένου να αντισταθεί στη μεταμοντέρνα αποκωδικοποίηση της ζωής στην Ελλάδα. Από την άλλη μεριά, μια νέα γενιά ποιητών ξεκίνησε να πειραματίζεται με πολλαπλές ταυτότητες και δεξιότητες και να τις επιτελεί σε εναλλακτικά πεδία. Αποστράφηκε τον επίσημο ποιητικό κανόνα, και ιδίως την επιδίωξη του εθνικού ποιήματος, αναζητώντας ξένους συνομιλητές στην αγγλική γλώσσα, συχνά με λογοτεχνικά ιδιώματα διαφορετικά από αυτά του λυρικού στίχου και σε εναλλακτικούς χώρους και περιστάσεις. Αποτέλεσµα ήταν η ανάδυση ενός εντελώς νέου δυναµικού σχηµατισµού – ένα συνεργατικό και επιτελεστικό λογοτεχνικό συναρµολόγηµα [assemblage] ιδιολέκτων και συχνοτήτων. Αυτό το µεγάλο σύνολο συγγραφέων µπορεί να ορισθεί χρονολογικά ως γενιά, υφολογικά ως σχολή, θεµατικά ως τάση, κοινωνικά ως δίκτυο, λογοτεχνικά ως συνάθροιση, ή πολιτισµικά ως συναρμολόγημα, αφού κανείς όρος από µόνος του δεν µπορεί να συλλάβει την ποικιλία και τη ρευστότητά του. Πιο σηµαντικά είναι τα διακριτικά χαρακτηριστικά που το καθιστούν χωρίς προηγούµενο στα ελληνικά γράµµατα.
Η ποιητική γενιά του 2000 διαδέχτηκε τη γενιά του «ιδιωτικού οράματος» του 1980 και την «αθέατη γενιά» του 1990 με συγγραφείς που πρωτοδημοσίευσαν από τη δεκαετία του 2000 και μετά. Πρώτα θα απαριθμήσω τα αρνητικά χαρακτηριστικά της, δηλαδή εκείνα που τη διαφοροποιούν από την ποιητική παράδοση. Είναι τόσα πολλά και σημαντικά που αξίζει να τονιστούν. Η γενιά του 2000 δεν είναι συναισθηματική & εξομολογητική, φυσιολατρική & θρησκευτική, υπερβατική & μεταφυσική, πατριωτική & εθνική, αυτοαναφορική & αυτοπαθής, λυρική & γλαφυρή. Δεν ενδιαφέρεται για συμμετρία, αρμονία, ισορροπία και ιεραρχία, και επομένως δεν παράγει αυτόνομα ποιήματα με αισθητική αυτάρκεια. Δεν αισθάνεται υπόλογη στην αρχαιότητα, δεν ενδιαφέρεται για τη Ρωμιοσύνη σαν ταυτότητα, δεν εντάσσεται οργανικά στη νεοελληνική λογοτεχνική παράδοση. Δεν πενθεί την επανάσταση, δεν την έχει ξεπεράσει ούτε την οραματίζεται, δεν την έχει αποκηρύξει ούτε την απεργάζεται. Δεν βασίζεται σε καμιά σταθερότητα, δεν υπηρετεί καμιά βεβαιότητα, δεν θεωρεί τίποτε αυτονόητο ή αυταπόδεικτο.
Ακολουθούν τα κύρια θετικά χαρακτηριστικά της, τα καινούρια στοιχεία που φέρνει στη λογοτεχνική ιστορία.
Μια λόγια και στοχαστική ποίηση της ποιητικής κρίσης, δηλαδή της εγγενούς κρίσης της ποίησης με μια ποιητική προβληματική μετά την εκπνοή του εθνικού κανόνα.
Μια αγγλόφωνη ποίηση, μια ποίηση που συνομιλεί (κυρίως) με την αγγλόφωνη λογοτεχνία και σκέψη.
Μια υπεργλωσσική και διαγλωσσική (translingual) ποίηση που αντλεί από πολλά ιδιώματα και κώδικες (από το γκράφιτι ώς τη ραπ, από τη διαφήμιση ώς το τουιτάρισμα) και αντηχεί ταυτοχρόνως σε πολλά υφολογικά επίπεδα.
Μια διαμεσολαβητική (intermedial) ποίηση που αλληλεπιδρά με όλες τις άλλες τέχνες, ιδίως τις πλαστικές-εικονιστικές, αλλά και με τις ακουστικές, απτικές, αρχιτεκτονικές και εικονικές τέχνες, θέτοντας υπό αμφισβήτηση κανονιστικές αντιλήψεις περί λογοτεχνικότητας.
Μια επιτελεστική (performative) ποίηση που σωματοποιείται και θεατροποιείται, αποτελεί αντικείμενο και υποκείμενο μίμησης, «αποκλίνει» ως προς το φύλο ή, άλλως πώς, παραμορφώνεται και δραματοποιείται.
Μια επισφαλής ποίηση που, διακινδυνεύοντας ως προς τη μορφή, εκφεύγει της καλλιτεχνικής ολοκλήρωσης ή ενοποίησης και της αισθητικής ακεραιότητας καθώς οι τροχιές των κειμένων της είναι αβέβαιες, η πορεία της ακατάληκτη, ο προορισμός της επισφαλής.
Μια λειτουργούσα, δραστική ποίηση με μια επανενεργοποιητική λειτουργία που αντιστέκεται στην αυτοματοποίηση αναζωογονώντας την αισθησιακή λειτουργία της γλώσσας εντός του κοινωνικού σώματος.
Μια ανακύπτουσα και επειγόμενη ποίηση, ούτε συστατική-συνθετική ούτε καταστρεπτική-αποσυνθετική, που πάλλεται με την απογυμνωτική, αντι-καταστατική (destituent) δύναμη του προσωρινού και του μεταιχμιακού «εν φυγή».
Μια μοριακή ποίηση που συναθροίζει και συναρμολογεί λεκτικές αυτότητες (haecceities) σε ριζωματικούς σχηματισμούς· εμπλέκεται σε συστηματικό κριτικό λόγο· επεκτείνεται και αναπτύσσεται σε αλληλεπικαλυπτόμενους πνευματικούς κύκλους.
Μια κοινοτική ποίηση, ένα ψαλμωδικό άσμα των κοινών και ένα τραγούδι φίλων που στη διάρκεια μιας βαριάς και πολλαπλής κρίσης επιζητεί να χτίσει αγωνιστική αλληλεγγύη και να θεμελιώσει μια κοινή καλή ζωή πάνω στα ερείπια της προέλευσης (εθνική παράδοση) και του πεπρωμένου (μεσσιανική νεωτερικότητα).
Μια μελαγχολική ποίηση μετεπαναστατικής συντριβής που γνωρίζει καλά τι χάθηκε το 1989 και αρνείται να το θάψει, να το θρηνήσει, να το δοξάσει, να το ξεχάσει· που ραψωδεί τραγουδώντας τη μετα-χειραφετημένη αριστερή μελαγχολία υπό συνθήκες νεο-αποικιοκρατίας· μια ποίηση απόσχισης (diremption) και αποστέρησης, ποίηση μιας μετεπαναστατικής ενδόρρηξης (implosion) και της εξέγερσης που δεν μπορεί να κατοικηθεί ή να καταληφθεί (un-Occupiable revolt).
Η αριστερή μελαγχολία, που θεωρώ το καίριο χαρακτηριστικό της νέας ποιητικής γενιάς, είναι ένα παγκόσμιο ιδεολογικό φαινόμενο που πήγασε από την απώλεια του απελευθερωτικού ιδανικού. Για δύο αιώνες οι προοδευτικές δυνάμεις, εμπνεόμενες από το επαναστατικό πρόταγμα, πίστεψαν πως η ανθρωπότητα θα μπορούσε να αποτινάξει τα δεσμά της τυραννίας και να κατακτήσει την ελευθερία της. Γύρω στο 2000, μετά από πολλές απόπειρες που οδήγησαν σε νέες τυραννίες, αυτό το ιδανικό χάνει την αίγλη και την ισχύ του. Από τα κοινωνικά και τα εθνικά κινήματα, τα συνδικάτα και τα κόμματα, τις φεμινίστριες και τους μαύρους, τους εργάτες και τους αγρότες, τους αναρχικούς και τους πρωτοποριακούς ακούγονται φωνές απογοήτευσης, απόσχισης και αποσκίρτησης. Στη σκηνή της ιστορίας την επανάσταση διαδέχεται η εξέγερση, την απεργία η ανυπακοή. Αυτή η ιδεολογική και πολιτική απομάγευση της απελευθέρωσης αποκαλείται συχνά «αριστερή μελαγχολία», μια έκφραση που αντλεί από τον Μπένγιαμιν και τον Φρόυντ.
Η αριστερή μελαγχολία εμφανίστηκε και στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1990, όταν άρχισε η αριστερή απογοήτευση από την αριστερή μεταπολίτευση, εξερράγη την περίοδο 2008-11 και χειραγωγήθηκε κομματικά το 2014-15 για να επιστρέψει ισχυρότερη μετά το δημοψήφισμα. Η «αριστερή μελαγχολία» έγινε κοινόχρηστος όρος πολιτικο-κοινωνικής ανάλυσης από Έλληνες και ξένους σχολιαστές ειδικά από το 2015 για να δηλώσει την αυτο-ματαίωση του Σύριζα, πρώτα ως κυβέρνησης και ύστερα ως κινήματος. Σε αντίθεση με τον όρο «ήττα», ο οποίος έψεγε εξωτερικούς και ανυπέρβλητους παράγοντες για τις αποτυχίες της κυβέρνησης, οι αναφορές σε αριστερή μελαγχολία εξέφραζαν μια αυτοκριτική για τις εγγενείς αδυναμίες και ασυνέπειες του ίδιου του κόμματος και των υποστηρικτών του. Έχει ενδιαφέρον ότι, όπως συνέβη και σε προγενέστερες περιόδους, η μελαγχολία της πολιτικής χρεωκοπίας διαδόθηκε ευρύτατα ως διάθεση και κλίμα στη δημόσια σφαίρα αλλά δεν βρήκε συστηματική θεωρητική επεξεργασία: σε αντίθεση με ξένες επιστήμες, η ελληνική μελέτη του φύλου, της φυλής, της αποικίας, της διακυβέρνησης, της ταυτότητας και του κεφαλαίου δεν αναμετρήθηκε συστηματικά με την πολιτικο-κοινωνική μελαγχολία και απελπισία αλλά απλώς προειδοποίησε για τις τυχόν αρνητικές επιπτώσεις της.
Η αριστερή μελαγχολία έχει βρει την πιο δημιουργική έκφρασή της στην ελληνική ποίηση η οποία, όταν πέρασε τη δική της λογοτεχνική κρίση στο τέλος του 20ού αιώνα, στράφηκε στις τρεις μείζονες μελαγχολικές φάσεις της (τις γενιές του 1920, του 1950 και του 1960) για να διαμορφώσει την πολυφωνική ποιητική γενιά του 2000. Το αξιοσημείωτο, που έχω τονίσει επανειλημμένα, είναι πως η ποιητική παραγωγή της δεκαετίας του 2000 δείχνει πως, πολύ πριν οι πρώτοι αριστεροί αναλυτές και αγωνιστές αρχίσουν το 2015 να κάνουν κριτική εκ των έσω, πολλοί ποιητές (μεταξύ των οποίων και ράπερς!), οι οποίοι δεν κομματικοποιήθηκαν, έκαναν ποιητικά παρόμοια κριτική στο ίδιο το κίνημα, διαχωρίζοντας τη θέση τους περίπου δέκα χρόνια πριν αυτό έρθει στην εξουσία. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους της περιθωριοποίησής τους. Έτσι, ενώ πανεπιστημιακοί και καλλιτέχνες της σκηνής στρατεύονταν ρητά και δημόσια με την εκστρατεία και την κυβέρνηση Σύριζα, οι συντετριμμένοι ποιητές κατέγραφαν ποιητικά την απογοήτευση πριν τη (χαμένη) μάχη, την προδοσία των αξιών, τη (μάταιη) νίκη. Εκείνο που τους έκανε ανυπέρβλητα μελαγχολικούς ήταν η αθεράπευτη και τρυφερή αφοσίωσή τους στο ιδανικό της εξέγερσης, σε έναν αγώνα που η ιστορία ματαιώνει αλλά δεν μπορεί να ακυρώσει.
Ως όρος κριτικής η αριστερή μελαγχολία ορίζει μια συγκεκρι¬μένη ποιητική κι όχι μια θεματική. Δεν είναι ζήτημα κομματι¬κής πεποίθησης ή ιδιωτικής ζωής του ατόμου που συγγράφει. Εκδηλώνε¬ται στα παράδοξα της γραφής του: τον ασταθή ρυθμό, την προφορική τραχύτητα, το ετερόκλητο λεξιλόγιο, τη λαβυριν¬θώδη σύνταξη, τις εσωτερικές ομοιοκαταληξίες, την αχαλίνω¬τη διακειμενικότητα, τις συσσωρευτικές λίστες που φρενάρουν απότομα, την υπονόμευση της καλλιλογίας. Η αριστερή με¬λαγχολία είναι ένα ποίημα που δεν «βγαίνει», δεν εναρμονίζεται, δεν βρίσκει το στόχο του, τα βάζει με τον εαυτό του, ενοχλείται από τον λυ¬ρισμό του, εμπαίζει το κοινό του, οικτίρει τον ειρμό του. Για να κάνω έναν Αν Καρσισμό, το μελαγχολικό ποίημα δεν είναι πόζα, είναι Πίζα.
Η ποιητική της αριστερής μελαγχολίας παράγει ριζωµατικό έργο που εκτείνεται σε διάφορα πεδία, τοµείς και επιστήµες όπως η πολιτική επιστήµη, το δίκαιο, η ανθρωπολογία, η κοινωνιολογία, τα οικονοµικά, η τοπογραφία, η βιολογία και η ιατρική. Εµφανιζόµενη αµέσως µετά την κρίση της επανάστασης και της αναπαράστασης στο τέλος του περασµένου αιώνα, η Γενιά του 2000 συνθέτει µια αποδοµηµένη και αποκεντρωµένη ποίηση –όχι κάποια που έχει χάσει το (Συµβολιστικό) κέντρο της και τη (Μοντερνιστική) δοµή της αλλά µια ποίηση που συνειδητά παραµερίζει κέντρο και δοµή για να εκθέσει τις απαρχές των πρακτικών λόγου και τα καθεστώτα πειθαρχίας της αλήθειας τους. Ειδικότερα, το δίκτυο των συγγραφέων αυτών έχει καλλιεργήσει σε στίχο και υποστηρίξει σε πεζό τα ακόλουθα:
Μια ποιητική χωρίς οργανικό έδαφος – χωρίς «χαµένες πατρίδες», πρωταρχικότητα της θάλασσας, ορεινό λακωνισµό, ή νησιωτικό φυλετισµό.
Μια ποιητική χωρίς εθνικό κανόνα – χωρίς υπερεξέχουσες φιγούρες, υποχρεωτικές αναφορές, ευλαβικές επετείους, ή δηµώδη αυθεντικότητα.
Μια ποιητική χωρίς κοινωνικούς θεσµούς – χωρίς κανονιστικούς δεσµούς µε την παραδοσιακή οικογένεια, το σχολείο, την εκκλησία, ή τη διοίκηση.
Μια ποιητική χωρίς αριστερή λογοδοσία – χωρίς συγκεκριµένη χώρα, κόµµα, προσωπικότητα, ή ηµεροµηνία ως σταθερές αναφορές κατ’ απαίτηση κάποιας ιστορικής τελεολογίας.
Μια ποιητική χωρίς πολιτική εσχατολογία – χωρίς επαναστατικό, χειραφετικό, µαρξιστικό, ή µεσσιανικό σύµφωνο και έλευση.
Αντί να πενθούν την απώλεια της επανάστασης και να αναζητούν αντιστάθµισµα υπό τη στέγη του ρεαλισµού, όπως τόσοι αριστερόφρονες πριν από αυτούς (από τους Ροµαντικούς του 1790 στους Μοντερνιστές του 1920 και τους Μεταµοντέρνους του 1970), οι ποιητές που ήταν ήδη µετα-Σύριζα πολύ πριν ψηφίσουν µε τεταµένα νεύρα το κόμµα που ανήλθε στην εξουσία το 2015 παραµένουν µελαγχολικά παραδοµένοι στη δυνατότητα – εκ των πραγµάτων στην αναγκαιότητα – της εξέγερσης στη ριζοσπαστική ποίηση και πολιτική. Μετά την ήττα, προωθούν όχι ένα συµβιβασµό (ως τίµηµα του πένθους για την ανεπίστρεπτη απώλεια) αλλά µια αµείωτη δέσµευση στην αυτονοµία (ακριβώς εξαιτίας της µελαγχολίας για την αποτυχηµένη διακυβέρνηση). Είναι αυτό το ιδεολογικό σηµείο αναφοράς της ποιητικής πρακτικής τους και του πολιτικού τους φρονήµατος που τους επιτρέπει να συνδυάσουν και τα δύο σε συνεχώς
διευρυνόµενους τοµείς του πολιτισµικού ακτιβισµού που έχουν αναµορφώσει το λογοτεχνικό πεδίο.
Γι’ αυτούς τους ποιητές, η ποίηση δεν σταµατά στη συγγραφή στίχων αλλά επεκτείνεται στο πεδίο της κυκλοφορίας τους µε την ευρεία έννοια. Όταν πρόκειται για το έργο πέρα από τη σελίδα, τους απασχολεί το πώς παρουσιάζεται στο κοινό – όχι το πώς προσλαµβάνεται αλλά το τί δηµιουργείται δημόσια και συνεργατικά. Τα θετικά χαρακτηριστικά της γενιάς τα οποία απαρίθμησα προηγουμένως μεταφράζονται σε πολιτιστικές πρακτικές και θεσμούς, δημιουργώντας ένα ευρύ πεδίο δράσης και παραγωγής. Όσες και όσοι μελαγχόλησαν από πολιτική ιδεολογία κι όχι προσωπική ιδεοληψία πήραν στα χέρια τους την κριτική και την κυ-κλοφοριακή τους τύχη και από-εδαφικοποίησαν το λογοτεχνικό πεδίο αμφισβητώντας τα όρια, υπονομεύοντας τους κανόνες και πολλαπλασιάζοντας τους κώδικές του. Δημιούργησαν έτσι ένα δίκτυο επικοινωνίας και αλληλεγγύης μέσα στο οποίο έφτιαξαν ομάδες, έβγαλαν περιοδικά, δημιούργησαν ιστότοπους, οργάνωσαν εκδηλώσεις, άνοιξαν εκδοτικούς οίκους, ξεκίνησαν φεστιβάλ και γενικά μίλησαν κι έγραψαν ο ένας για τον άλλο με καλλιέργεια και εμβρίθεια, θέτοντας τους δικούς τους όρους συζήτησης, ερμηνείας και αξιολόγησης.
Γενικά υπάρχει μια φρέσκια ποικιλία και ζωντάνια στην παραγωγή και διακίνηση της νέας ποίησης. Η πολιτισμική στροφή που διευκόλυναν οι νέες τεχνολογίες έδωσε στους ποιητές μια μοναδική ευκαιρία να πειραματιστούν με διαφορετικούς διακανονισμούς και θεσμούς ώστε η δουλειά τους να βρει νέο κοινό με νέους τρόπους. Στόχος δεν είναι η αντίσταση ή η αποχώρηση αλλά μια πειραματική υβριδικότητα. Καινούριοι κώδικες, νεόδμητα θεσμικά πλαίσια, εξω-κανονιστικές λειτουργίες και αντίπαλες αρμονίες τίθενται σε ασυνεχή κινητοποίηση που ενθαρρύνει την πολλαπλότητα.
Οι αλλαγές που παρατηρούμε στην πολιτιστική διαχείρηση της νέας ποίησης έχουν να κάνουν με δημόσιες αναθεωρήσεις (της παρουσίασης, της σύμπραξης, της σειράς κλπ.) οι οποίες υπονομεύουν χωρίς να ανατρέπουν, αμφισβητούν χωρίς να απορρίπτουν. Ο καινοτόμος ποιητής του 21ου αιώνα δεν αφήνει το ποίημα στην εκδοτική μοίρα του αλλά σκέφτεται πώς μπορεί να καινοτομήσει και στην κυκλοφορία του ώστε το έργο να λειτουργήσει ως πολιτιστικό αγαθό. Εξυπακούεται πως, αν η δημόσια λειτουργία της ποίησης προσαρμόζεται διαρκώς στις νέες συνθήκες κυκλοφορίας και πρόσληψης, οι συνθήκες αυτές επηρεάζουν και την ίδια την ποίηση ως γλώσσα, γραφή, άρθρωση και ύφος με αποτέλεσμα να αλλάζει και η ίδια η συγκρότησή της. Σε προηγούμενες γενιές, οι ποιητές της απαισιοδοξίας, της παρακμής και της ήττας θεωρούσαν πως το ποίημα γεννιέται διαψευσμένο και ακυρωμένο. Αντίθετα, οι σημερινοί ποιητές της αριστερής μελαγχολίας, πολίτες της δραστηριοποίησης και όχι της παραίτησης, θεωρούν πως το ποίημα συντελείται όταν διεκδικεί κριτικά αισθητική ισχύ, δημόσια φωνή, κοινωνική λειτουργία και πολιτική στάση, και επιδίδονται ευφάνταστα σε τέτοιες στιχουργικές και θεσμικές διεκδικήσεις.
Εν ολίγοις, ξεπέρασαν την ποιητική κρίση της δεκαετίας του '90 όχι επιστρέφοντας στο παλιό αριστερό κοινωνικό/συντροφικό αλλά δημιουργώντας το δικό τους αυτονομιστικό κοινό/συλλογικό, ένα καινοφανές πολιτισμικό φαινόμενο. Έχει ιδιαίτερη σημασία πως αυτές οι συσσωµατώσεις δεν συναθροίζουν απλώς ανθρώπους που απολαµβάνουν να κάνουν ποίηση µαζί – συγγραφείς, φιλότεχνους, κριτικούς, ζωγράφους, ακροατές, µουσικούς, γιατρούς και άλλους.
Συγκεντρώνουν επίσης τους πρόσφυγες από το πλήθος, εκείνους που είναι εκτοπισµένοι από, και δυσαρεστηµένοι µε, τη διονυσιακή ανταρσία. Αποτελούν ένα κοινό των µελαγχολικών που δεν χωρά ολοκληρωτικά στα οδοφράγµατα των «αγανακτισµένων»/indignados, στα αιτήµατα των διαδηλώσεων, στις καταλήψεις των πλατειών, στους πανηγυρισµούς για το ΟΧΙ στο µνηµόνιο, στις διακηρύξεις της παρέλασης του Gay Pride, και στην προκλητικότητα των πρωτοποριακών καλλιτεχνικών γεγονότων. Έτσι εργάζονται προς την κατεύθυνση µιας εναλλακτικής κοινότητας αναζητώντας συντρόφους, επιτελώντας ταυτότητες, ασκώντας έµπρακτη αλληλεγγύη, εµφανιζόµενοι δημόσια και πάνω απ’ όλα πειραµατιζόµενοι µε την αυτονοµία. Με λίγα λόγια, αναζητούν γύρω τους ανθρώπους που επιδιώκουν να είναι πολίτες και ταυτόχρονα φίλοι.
Παρακολουθώντας την εξέλιξη αυτού του αυτονομιστικού πολιτισμικού εγχειρήματος στο δημόσιο χώρο και τον ιστορικό χρόνο, διακρίνω τρεις φάσεις του τέλους του επαναστατικού οράματος:
πρώτα έρχονται ήττα και απογοήτευση, ακολουθούν συντριβή και μελαγχολία
και μια γενναία στάση παίρνουν αποποίηση και αυτονομία.
Με βάση αυτό το σχήμα μπορούμε να ξανασκεφτούμε τη νεοελληνική λογοτεχνία από γενεαλογική σκοπιά.
Συγκεκριμένα, διακρίνω στη νεωτερική ποίηση δυο μείζονα πολιτικά αισθήματα, την ανάταση και την απογοήτευση. Από την Επτανησιακή ποιητική γενιά του 1820 ως σήμερα, την ελληνική ποίηση διατρέχουν ένα κυρίαρχο ρεύμα εθνικής απελευθέρωσης και ανάτασης κι ένα υπόγειο ρεύμα επαναστατικής απογοήτευσης και μελαγχολίας. Αποκαλώ το αίσθημα και το ρεύμα της επαναστατικής απομάγευσης «μετεπαναστατική συντριβή», και θέτω τις απαρχές τους στον καρμπονάρο Αντρέα Κάλβο και τους συγχρόνους του Αδριατικούς λόγιους και διανοούμενους της μεταιχμιακής εποχής μεταξύ της αυτοκρατορίας και του έθνους, όπως την περιέγραψε η Κωνσταντίνα Ζάνου στο λαμπρό βιβλίο της Τραυλίζοντας το έθνος: Διεθνικός πατριωτισμός στη Μεσόγειο, 1800-1850 (2019). Θεωρώ πως η αφετηριακή συντριβή της ελληνικής ποίησης είναι το χαμένο μέλλον (και όχι «κέντρο») εκείνης της διεθνικής γραφής που την εποχή των Νοτιο-Ευρωπαϊκών επαναστάσεων, για 30 περίπου χρόνια στις αρχές του 19ου αιώνα, κυκλοφορούσε ανάμεσα σε διάφορα γλωσσικά ιδιώματα, λογοτεχνικά είδη, πολιτικά καθεστώτα, γεωγραφικά σύνορα και πολιτιστικά πλάτη. Από τότε ως και το 2015, τοπικές και πανελλήνιες εκκινήσεις, εξορμήσεις και επαναστάσεις απέτυχαν, ματαιώθηκαν, διαψεύσθηκαν ή χρεωκόπησαν, αφήνοντας όμως ανεξίτηλα εξεγερσιακά αποτυπώματα τα οποία συμβουλεύεται κάθε αντιστασιακό σκίρτημα.
Αντίστοιχα, εδώ και δύο αιώνες, από τον Ρομαντισμό ως τον ύστερο Μεταμοντερνισμό, στα περιθώρια και υπόγεια της ελληνικής ποίησης υποβόσκουν η περιοδική επαναστατική συντριβή, μελαγχολία και αποποίηση που κάνουν ποιήτριες και ποιητές κάθε είδους, φύλου, τάξης, γλώσσας και καταγωγής να διαταραχτούν, να οργιστούν, να σαρκάσουν, να καταδικάσουν, να σωπάσουν, να στοχαστούν το αντιεξουσιαστικό δυναμικό όπου μπορούν. Αναφέρω μερικά αντιπροσωπευτικά και πολύ διαφορετικά ονόματα (κατά χρονολογική σειρά γεννήσεως), ξέροντας πως ο κατάλογός μου είναι ελλιπέστατος: Kάλβος (1792), Αλέξανδρος Σούτσος (1803), Παναγιώτης Πανάς (1832), Μικέλης Άβλιχος (1844), Καβάφης (1863), Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888), Θεόδωρος Ντόρρος (1895), Καρυωτάκης (1896), Νικόλαος Κάλας (1907), Μιχάλης Κατσαρός (1919), Γιώργος Μακρής (1923), Μαντώ Αραβαντινού (1923), Νίκος Καρούζος (1926), Βύρων Λεοντάρης (1932), Κατερίνα Γώγου (1940), Κυριάκος Σταμέλος (1951) και Κατερίνα Ζησάκη (1984).
Είναι όμως καρός να ανοίξουμε τους ορίζοντές μας και να σκεφτούμε συγκριτικά και διεθνικά. Το παγκόσμιο ιστορικό φαινόμενο που αποκαλώ «μετεπαναστατική συντριβή» είναι επακόλουθο μιας συλλογικής αποτυχίας ‒ μιας πολιτικής, πολεμικής, ταξικής, εθνικής, πολιτιστικής και άλλης απόπειρας να ανατραπεί και να αλλάξει ένα κυρίαρχο καθεστώς πραγμάτων. Η σύγχρονη ιστορία των ιδεών ανάγει ιδέες επαναστατικής ήττας και απογοήτευσης στις απαρχές του Ρομαντισμού, όταν το απελευθερωτικό ιδεώδες του Διαφωτισμού άρχισε να διαψεύδεται για διάφορους λόγους ‒ επειδή δεν υλοποιήθηκε ή αυτοκαταργήθηκε, ή έγινε τυραννικό. Είναι αξιοσημείωτο πως ήδη από την αρχή της νεωτερικότητας η ποίηση χαιρέτησε την επανάσταση και θρήνησε τη ματαίωσή της. Ας αναλογιστούμε πως η ποίηση εξέφρασε μετεπαναστατική μελαγχολία για την περιοδική συντριβή τής επανάστασης ήδη από την εποχή των Schiller (1759), Chénier (1762), Wordsworth (1770) και Leopardi (1798). Ας θυμηθούμε πως το πρώτο έργο στον κόσμο που διαπραγματεύεται την μετεπαναστατική απογοήτευση είναι το μυθιστόρημα Υπερίων του Hölderlin (που γράφτηκε το 1792-98 κι εκδόθηκε στο 1797-99) με θέμα την ελληνική ήττα στα Ορλωφικά (1770). Ας αναλογιστούμε επίσης και πολλές κατοπινές εκφάνσεις αριστερής μελαγχολίας στο έργο ποιητών από διάφορες χώρες (κατά χρονολογική σειρά γεννήσεως): W. B. Yeats (1865-1939), Alexander Blok (1880-1921), Anna Akhmatova (1889-1966), Osip Mandelstam (1891-1938), Vladimir Mayakovsky (1893-1930), Bertolt Brecht (1898-1956), Pablo Neruda (1904-1973), Léopold Senghor (1906-2001), W. H. Auden (1907-73), Tillie Olsen (1912-2007), Aimé Césaire (1913-2008), Pier Paolo Pasolini (1922-1975), Denise Levertov (1923-1997), Christopher Logue (1926-2011), Hans Magnus Enzensberger (1929-2022), Heiner Müller (1929-95), Amiri Baraka (1934-2014), Audre Lord (1934-92), Wolf Biermann (1936), Ngũgĩ wa Thiong’o (1938-2025) και Mahmoud Darwish (1941-2008).
Θεωρώ σπουδαίο πως η μελέτη της ποιητικής γενιάς του 2000 βοηθά να ξαναλογαριάσουμε τόσο τη νεοελληνική λογοτεχνία όσο και τη σχέση της με την παγκόσμια. Η ολέθρια αντίσταση στη θεωρία και τις πολιτισμικές σπουδές καταδίκασε την ελλαδική φιλολογία και κριτική σε πλήρη απομόνωση από τις διεθνείς μεταπολεμικές επιστημονικές και φιλοσοφικές τάσεις. Η νέα γενιά με το τεράστιο έργο της που πάει πολύ πιο πέρα από την ποίηση ως τον επιστημονικό, τον ενσώματο και τον εφαρμοσμένο στοχασμό μας δίνει την ευκαιρία να γλυτώσουμε από τον απομονωτισμό της αυταρέσκειας και να σκεφτούμε τη σημερινή ελληνική κουλτούρα σε διεθνή πλαίσια.
Τονίζω πως δεν προτείνω έναν εναλλακτικό κανόνα. Ο κατάλογος ποιητών που παρέθεσα δεν έχει ενότητα, συνέχεια ή εγκυρότητα. Απλώς περιέχει παραδείγματα και ερεθίσματα για μια χαρτογράφηση της ανυπότακτης τέχνης και του ριζοσπαστικού στοχασμού σε ανελεύθερους καιρούς. Τα άτομα αυτά, και δεκάδες παρόμοια, δεν άφησαν μνημεία, σχολές ή κανόνες. Έθεσαν όμως τα πιο καίρια ζητήματα ποιητικής στο δημόσιο χώρο. Μπορούμε να ξανακούσουμε τις φωνές τους με ακαταμάχητη αμεσότητα χάρη στην συναρπαστική ποιητική κρίση που ασκεί η νέα γενιά στην ελευθερία.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο αυτό συμπεριλαμβάνει αποσπάσματα από παλαιότερα δοκίμιά μου σε καινούρια σύνθεση. Ευχαριστώ θερμά τους γενναιόδωρους μεταφραστές, εκδότες περιοδικών και επιμελητές τόμων που ενδιαφέρονται για το έργο μου. Εδώ χρησιμοποιώ συμβατικά το αρσενικό γένος αλλά ενθαρρύνω κάθε άτομο που με διαβάζει να χρησιμοποιήσει το δικό του.
