Αναδεύοντας λόγους, κρίσεις, όρια: Η ποίηση της κρίσης

Τα τελευταία περίπου πέντε χρόνια το ενδιαφέρον σχετικά με την ποίηση της κρίσης αυξάνεται εκθετικά. Το σταδιακό κλείσιμο 30 ετών από το 2000 σηματοδοτεί συμβολικά το τέλος μιας ποιητικής γενιάς και η ανάγκη αναστοχασμού πάνω σε αυτή και της σύνδεσής της με ένα θεωρητικό προβληματισμό φαίνεται όλο και πιο επιτακτική. Τα συνέδρια του περιοδικού Αναγνώστης, η διημερίδα σχετικά με τη σύγχρονη ποίηση, η ημερίδα του Κύκλου ποιητών και άλλες εκδηλώσεις φανερώνουν ότι η ποίηση της κρίσης εξακολουθεί να ανθεί και η ερμηνεία της όχι μόνο δεν έχει ολοκληρωθεί αλλά φαίνεται να τοποθετείται πάνω σε πιο σταθερές και ξεκάθαρες βάσεις. Ο δοκιμιακός και ο κριτικός λόγος μπορούν να βοηθήσουν σε μια ψύχραιμη προσέγγισή της, ενώ η πολυφωνία των προσεγγίσεων και των μεθόδων μπορεί να φωτίσει τον πολυδύναμο χαρακτήρα της ποίησης της κρίσης. Σε μια εποχή που ο κριτικός λόγος μετατρέπεται σε αυτοαναφορικό, θέτοντας σε εξέταση τις αρχές και τις μεθόδους του, σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από το τέλος της ερμηνευτικής καχυποψίας αλλά και της μεταθεωρητικής κόπωσης είναι δύσκολο να αρθρώσει κανείς έναν λόγο για την ποίηση χωρίς να υπαναχωρήσει σε έναν αντιθεωρητικό λόγο και μια μεταφυσική υπεράσπιση της αισθητικής. Ωστόσο, ο γράφων θα επιχειρήσει μια αναδρομική προσέγγισης της ποίησης της κρίσης γνωρίζοντας πως καμία ερμηνεία δεν είναι τελική και πως κάθε ερμηνεία είναι μια προσπάθεια (επανα)οικειοποίησης μιας σχέσης με το κείμενο. Η γενιά της κρίσης Ο όρος γενιά της κρίσης παρά το ότι παραπέμπει σε μια συλλογικότητα και μια συνεκτικότητα και παρά το ότι αποτελεί έναν όρο σύμβασης που επιτρέπει να μιλάμε με ευκολία για τους ποιητές και ποιήτριες που εμφανίστηκαν μετά το 2000, παραπέμπει έντονα στις έννοιες της βιολογικής συγγένειας και της πατρογραμμικής συνέχειας. Η βιολογική έννοια της γενιάς και η πατρογραμμική συνέχεια της ποιητικής παράδοσης δεν ισχύει στην ποίηση της κρίσης, καθώς σε αυτή επιχειρείται να δομηθεί ενός είδους αντι-γενεαλογία που αρνείται προέλευση, γένος και συνέχεια. Η επιμονή με την οποία εμφανίζεται ο όρος γενιά φαίνεται να σχετίζεται με την μεσογειακότητα της ελληνικής ποίησης, η οποία βασιζόταν τυπικά στις έννοιες της φαμίλιας, της ευρύτερης οικογένειας, του πατέρα-φαμίλια που πριμοδοτεί το κληρονομικό δικαίωμα στον πρωτότοκο γιο, τη φυγή από τη φαμίλια και το διαγενεακό τραύμα. Η ποίηση της κρίσης απομακρύνεται από τις αξίες της παραδοσιακής οικογένειας και τυπικής συγγένειας, χωρίς βέβαια να σημαίνει αυτό την ολοκληρωτική απάλειψη αυτής της συνθήκης. Ίσως, η αναφορά σε συλλογικό υποκείμενο της ποίησης της κρίσης να αποτελεί μια πιο γόνιμη και θεωρητικά προσφορότερη αναφορά. Το υποκείμενο της ποίησης της κρίσης, το οποίο αναδύθηκε μετά το 2000, συνδέεται έντονα με την εμφάνιση ενός πρεκαριάτου, το οποίο ζει, γράφει και εργάζεται σε συνθήκες διαρκούς διακινδύνευσης, αλματώδους αύξησης της ανεργίας και εργασιακής επισφάλειας. Το συλλογικό υποκείμενο της κρίσης είναι ένα υποκείμενο που εστιάζει στην ετερότητα, που στοχεύει στην ορατότητα μειονοτικών ομάδων και διεκδικεί συμπερίληψη. Η κρίση Η έννοια της κρίσης είναι βασική για τον καθορισμό της ποίησης της κρίσης. Έχουν προταθεί διάφορες χρονολογίες ορόσημα ως τομές, οι οποίες συνδέονται με την ποίηση της κρίσης. Μερικές από αυτές είναι το 1989, έτος πτώσης του τείχους του Βερολίνου, το 2004 έτος πραγματοποίησης των Ολυμπιακών αγώνων στην Ελλάδα, το 2008 έτος της δεκεμβριανής εξέγερσης μετά τη δολοφονία του μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Επίσης, έχει αναφερθεί ο ρόλος που μπορεί να παίζουν άλλες κρίσεις στην ποίηση μεγαλύτερων στην ηλικία ποιητών όπως για παράδειγμα η πετρελαϊκή κρίση του 1979. Πιστεύω ότι η σύνδεση μιας ορισμένης κρίσης με την ποίηση της κρίσης θα λειτουργούσε με έναν τρόπο που θα υποδείκνυε την αναζήτηση μιας αιτίας, ενός γεγονότος του παρελθόντος που επεξηγεί και ερμηνεύει μονοδιάστατα τη σύγχρονη ποίηση. Η αναζήτηση τρόπων με τους οποίους συνδέονται και αλληλοεπηρεάζονται πολλαπλές αιτιακές σειρές γεγονότων θα βοηθούσε να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος. Αυτό βέβαια, δεν πρέπει να οδηγήσει στην αντίληψη μιας διάχυτης αντίληψης, ότι όλες οι κρίσεις επηρεάζουν τους ανθρώπους με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Η έννοια της μόνιμης κρίσης (permacrisis) ή πολυκρίσης (polycrisis) μπορεί να αποτυπώσει με επάρκεια την αβεβαιότητα και τη διακινδύνευση που βιώνει το συλλογικό ποιητικό υποκείμενο. Η κρίση είναι μακροχρόνια, συνεχής, μη άμεσα αναπαραστάσιμη και επηρεάζει με πολυπαραγοντικούς τρόπους τη γραφή μέσα από αιτιακές σειρές που διασταυρώνονται με μη διαλεκτικό τρόπο. Η ψηφιακότητα ως νέα συνθήκη της ποίησης της κρίσης Σε μια περίοδο κυριαρχίας του καπιταλισμού της πλατφόρμας, η ψηφιακή συνθήκη φαίνεται να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό και τη σύγχρονη ποίηση. Σε συνθήκες κοινωνικής επιτάχυνσης, ο χρόνος της ποίησης που άλλοτε ήταν βραδύς σε σχέση με τον κοινωνικό χρόνο φαίνεται να ακολουθεί τη δική της μη γραμμική και αυξανόμενα επιταχυνόμενη πορεία. Η παραγωγή, κυκλοφορία και διακίνηση της ποίησης αλλά και του κριτικού λόγου στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης επηρεάζουν τη μορφή και το περιεχόμενο της σύγχρονης ποίησης τα τελευταία χρόνια καθώς και τους όρους πρόσληψής της. Η εισαγωγή της τεχνητής νοημοσύνης αναδιαμορφώνει επίσης τους όρους της δημιουργικότητας και της έννοιας του πρωτότυπου και αυθεντικού στην ποίηση και την κριτική. Η εισαγωγή ψηφιακών μεθόδων έρευνας της σύγχρονης ποίησης που βασίζονται σε ποσοτικές ή/και άλλες προσεγγίσεις θα μπορούσαν να βοηθήσουν στη διαύγαση του πεδίου που διαμορφώνεται μέσα από την ψηφιακή συνθήκη. Η ηθική διάσταση της ποίησης της κρίσης Η σύγχρονη λογοτεχνική κριτική έχει μετακινηθεί από μια γλωσσοκεντρική προσέγγιση της λογοτεχνίας σε μια εστίαση στο συν-αίσθημα (affective turn) και την ηθική (ethical turn), τα τελευταία χρόνια. H ηθική στροφή της λογοτεχνικής κριτικής, θέτει στο επίκεντρό της ζητήματα της συνείδησης και της υποχρέωσης, της αναγνώρισης και του σεβασμού, της δικαιοσύνης και του νόμου. Η ποίηση της κρίσης έχει προσεγγιστεί συχνά μέσα από μια πολιτική εστίαση, αγνοώντας σε μεγάλο βαθμό την ηθική διάσταση η οποία είναι αλληλένδετη με τη λογοτεχνικότητά της. Η διαπλοκή της ηθικής με τη λογοτεχνία επιτρέπει να μιλάει κανείς για την ανάδυση μιας ποιηθικής (poethics), η οποία τονίζει την αλληλεξάρτηση των δύο όρων. Η ποίηση της κρίσης έχει ταυτιστεί σε ορισμένες εκδοχές της με την έκφραση ενός ατομικιστικού πνεύματος ή μιας αποδοχής του μετανεωτερικού προτάγματος του ότι όλα επιτρέπονται. Μακριά από το να εκφράζει μια κουλτούρα ναρκισσισμού ή ατομικιστικής διαφυγής σε προσωπικά σύμπαντα η ποίηση της κρίσης εκφράζει μια ηθική της αυθεντικότητας. Η ηθική της αυθεντικότητας αντιστοιχεί σε ένα γνήσιο αυθεντικό ιδανικό που εκφράζει την πληρότητα του εαυτού, τη σχέση αλήθειας με τον εαυτό, την ειλικρίνεια, Έτσι, η ποίηση της κρίσης δεν αποτελεί μια έκφραση ενός περίκλειστου εγώ, αλλά έναν διαρκή διάλογο μεταξύ του εγώ με τον Άλλο, εκδήλωση μιας ηθικής αντίληψης που βασίζεται στη δημιουργικότητα του υποκειμένου. Η πολιτική διάσταση της ποίησης της κρίσης Η ποίηση της κρίσης είναι μια ποίηση δραστική και επείγουσα. Η διάδοσή της στον δημόσιο χώρο, το ενδιαφέρον νεότερων αναγνωστών για αυτή, η ανάδειξή της σε κειμενικό τόπο αντίστασης στην εξουσία και τις νόρμες πρέπει να ερμηνευτεί ως αποτέλεσμα ενός πλήθους παραγόντων. Η ποίηση της κρίσης οφείλει τη διάδοση και την αντοχή της, στην πίεση που ασκεί η εμπορικότερη πεζογραφία, στην χρηστικότητά της. Η ποίηση της κρίσης είναι μια ποίηση ιδεολογικά χρήσιμη και πολιτικά απαραίτητη καθώς αποκρίνεται αποτελεσματικά σε επείγουσες ανάγκες που τίθενται από τη μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης που βιώνουμε μετά το 2010. Αυτού του είδους η ποίηση δεν στοχεύει απλά στη διαφύλαξη μιας ευαισθησίας από την επέλαση της νεοφιλελεύθερης κυβερνητικότητας αλλά συχνά λαμβάνει τη μορφή μιας πολιτικής και κοινωνικής παρέμβασης. Ένα σημαντικό στοιχείο της ποίησης της κρίσης είναι η επαναπολιτικοποίησή της μέσα από μια μακρά περίοδο κοινωνικής απόσυρσης και ιδιώτευσης. Το δημόσιο επανέρχεται με τρόπους που ενσωματώνουν την πολιτική των ταυτοτήτων και τις διεκδικήσεις μειονοτικών ομάδων, φωτίζοντας τρόπους κυριαρχίας και ανισοτήτων. Η πολιτική και κοινωνική ποίηση που εγγράφεται στην ποίηση της κρίσης εκφράζει την απογοήτευση, τη δυσανεξία των νέων ποιητών απέναντι στη σύγχρονη ζωή και τα ποικίλα αδιέξοδά της. Η σύγχρονη πολιτική ποίηση έχει εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό τα χειραφετικά οράματα του παρελθόντος ενώ σε πολλές περιπτώσεις διατηρεί ζωντανή της ελπίδα της εξέγερσης του 2008. Η ποίηση της κρίσης αντιτάσσεται σε μια πατρογραμμική ποιητική παράδοση συνιστώντας μέσα από τον λόγο της μια τομή και ρήξη με αυτή και ιδιαίτερα με τον ελληνοκεντρισμό της γενιάς του ’30. Οι έννοιες της πατρίδας, της χώρας, της ελληνικότητας αποκόπτονται από εθνικιστικές ρίζες τους για να αξιοποιηθούν από μια ριζοσπαστική ρητορική που απορρίπτει το έθνος ως φαντασιακή κοινότητα. Μέσα στο κλίμα αμφισβήτησης των παραδοσιακών αξιών η φεμινιστική και queer ποίηση εμφανίζονται ιδιαίτερα μαχητικές και διεκδικητικές απαιτώντας ορατότητα και συμπερίληψη. Στόχος τους είναι να αμφισβητήσουν τις πατριαρχικές νόρμες και την ετεροκανονικότητα μέσα από στρατηγικές ανάδειξης των σχέσεων εξουσίας που διαπερνούν τον λόγο περί σεξουαλικότητας, επιθυμίας και ερωτικού προσανατολισμού. Οι ποιητές επανεπισκέπτονται την ποιητική παράδοση αναζητώντας την ανάδειξη έργων αγνοημένων από τον κανόνα, καθώς περιείχαν φεμινιστικά ή queer στοιχεία τα οποία δεν μπορούσαν να ενταχθούν στον εθνικό κανόνα. Μέσα από την ποίηση της κρίσης και συγκεκριμένα μέσα από τις επιτελεστικές αναγνώσεις ποιημάτων αλλάζει η σχέση του ποιητή με το σώμα και την κίνηση. Το σώμα του ποιητή μετατρέπεται σε προέκταση του ποιήματος. Επίσης, μέσα από την ποίηση της κρίσης αλλάζει η σχέση της ποιητικής γλώσσας με την κινούμενη εικόνα και τον ήχο καθώς υιοθετούνται διακαλλιτεχνικοί τρόποι έκφρασης. Η ποίηση αποκτά εξωστρέφεια, στοχεύει στη δράση, στην ενεργοποίηση του αναγνώστη/θεατή, στη συμμετοχή έστω και μέσα από τη θέαση και τον αναστοχασμό. Ένα σημαντικό στοιχείο που θεμελιώνει το αναγνωστικό ενδιαφέρον για την ποίηση της κρίσης είναι η ευρεία κοινωνική της απεύθυνση και ο αντι-ελιτισμός της. Η ποίηση της κρίσης αντιτάχθηκε στον υψηλό μοντερνισμό και αποδείχθηκε ένα είδος arte povera, συνθέτοντας τις δημιουργίες της από υλικά της καθημερινότητας. Η ποίηση της κρίσης αποποιήθηκε το ύψος προς χάρη της λαϊκότητας και μαζικότητας. Η ποικιλομορφία της νέας ποίησης, η πολυτασικότητά της και η έλλειψη ενός ξεκάθαρου κέντρου βοήθησε στην αποδοχή της από μεγάλο μέρος των αναγνωστών, οι οποίοι μπορούσαν να συνδεθούν συν-αισθηματικά με τα κείμενα και να απολαύσουν μέσα από διαφορετικούς τρόπους τα γλωσσικά παίγνια και τους κανόνες τους που ορίζονται κάθε φορά με άλλο τρόπο. Η έκρηξη δημοσιεύσεων, εκδόσεων, εκδηλώσεων, βιβλιοπαρουσιάσεων, φεστιβάλ ποίησης, ημερίδων και εμφάνισης νέων εκδοτικών οίκων αναδιένειμε ρόλους και εξουσίες οδηγώντας στον εκδημοκρατισμό του ποιητικού και εκδοτικού πεδίου. Η δημιουργία νέων εξειδικευμένων εκδοτικών οίκων στην ποίηση άλλαξε τους όρους παραγωγής και διακίνησης του ποιητικού βιβλίου, ενώ η διάδοση των μέσων κοινωνικής διακίνησης αναδιαμόρφωσε τους όρους προώθησής του. Η ποίηση της κρίσης μέσα από τη διαπραγμάτευση ταυτοτικών ζητημάτων καταφέρνει από τη μία να εντάσσεται σε ένα φιλελεύθερο πλαίσιο πολιτικής της ταυτότητας και από την άλλη να δημιουργεί ρωγμές σε αυτό, προβάλλοντας ριζοσπαστικά αιτήματα, θέσεις ή απόψεις που αμφισβητούν το σύγχρονο κοινωνικό status quo. Η σύγχρονη ποίηση είναι μια ποίηση υψηλής διαθεσιμότητας σε ερμηνείες, αξιολογήσεις, κρίσεις, οι οποίες είναι συχνά αντιφατικές μεταξύ τους, διανοίγοντας πολλαπλά πεδία διαπραγμάτευσής της μέσα από διαφορετικές οπτικές. Η ποίηση της κρίσης συνέπεσε σε μεγάλο βαθμό με την ανάπτυξη όμορων ή παράλληλων προς αυτή πεδίων, όπως της λογοτεχνικής κριτικής, της δημιουργικής γραφής, του δοκιμιακού λόγου και της μετακριτικής. Η λογοτεχνική κριτική της ποίησης συνδέθηκε με την αξιοποίηση της θεωρίας της λογοτεχνίας και της πολιτισμικής ανάλυσης αν και η ιμπρεσσιονιστική κριτική συνεχίζει να είναι κυρίαρχη. Πάντως είναι εμφανές ότι η νέα ποίηση δεν μπορεί να αναλυθεί με τα υπάρχοντα εργαλεία ωθώντας την κριτική να αναζητήσει νέα μεθοδολογικά εργαλεία. Επίσης, είναι φανερή η προσπάθεια της ελληνικής κριτικής να συζητήσει με το διεθνές περιβάλλον και να υιοθετήσει ποικίλες θεωρητικές και μεταθεωρητικές προσεγγίσεις. Η ελληνική κριτική μπορεί να ανανεωθεί σημαντικά ακολουθώντας εναλλακτικές προσεγγίσεις όπως η ηθική λογοτεχνική κριτική και η συν-αισθηματική προσέγγιση διευρύνοντας το πεδίο τους. Επίσης, θα είχε ενδιαφέρον να αναπτυχθούν τομείς όπως η οικοκριτική, οι ψηφιακές ανθρωπιστικές σπουδές και οι σπουδές αναπηρίας για να μελετήσουν αντίστοιχα την οικολογική ποίηση, την disability poetry, την ποίηση που παράγεται και διακινείται σε ψηφιακές πλατφόρμες. Από την άλλη, η καθιέρωση μεταπτυχιακών σπουδών δημιουργικής γραφής, συνέβαλε σε σημαντικό βαθμό στη δημιουργία εργαστηρίων δημιουργικής γραφής στα οποία καλλιεργείται με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία η ποιητική γραφή. Η ποίηση της κρίσης συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με μια συγκεκριμένη τάση της διδασκαλίας της δημιουργικής γραφής, της γραφής ως μορφής αυτοέκφρασης. Ο δοκιμιακός λόγος σχετικά με την ποίηση φαίνεται να καταλαμβάνει ένα πολύ μικρό μέρος σε σχέση με την ποίηση ή την κριτική, ίσως επειδή οι νέοι ποιητές θεωρούν πρόωρο ή αντιφατικό με τους στόχους τους να επιδιώξουν να θεωρητικοποιήσουν την ποίηση της κρίσης. Επίσης, εξαιρετικά περιορισμένος είναι ο μετακριτικός λόγος (κριτική της κριτικής). Η υψηλή διαθεσιμότητα της ποίησης της κρίσης σε ερμηνείες και προσεγγίσεις επέτρεψε τη σταδιακή μεταβολή της σε ερευνητικό πεδίο της νεοελληνικής φιλολογίας και την εκπόνηση διδακτορικών και μεταπτυχιακών διατριβών σχετικά με αυτή. Συγκεκριμένα, εκπονούνται ή έχουν ολοκληρωθεί διδακτορικά σχετικά με την αριστερή μελαγχολία, τη γυναικεία και την ανδρική ομοφυλοφιλική ποίηση στην ποίηση της κρίσης. Επίσης, έχουν πραγματοποιηθεί οι πρώτες μεταπτυχιακές εργασίες που σχετίζονται με τον εντοπισμό βασικών κοινωνικών θεμάτων που απασχολούν την ποίηση της κρίσης, την αριστερή μελαγχολία καθώς και την επαναπρόσληψη της μπητ ποίησης μετά τον Δεκέμβρη του 2008. Η ποίηση της κρίσης από εκδοτικό και αναγνωστικό φαινόμενο μετατράπηκε σε εμπειρικό ερευνητικό πεδίο που την εντάσσει σε ερμηνευτικά σχήματα και την ενσωματώνει σταδιακά στον κανόνα. Τέλος, η ποίηση της κρίσης επανα-αξιολογεί και αμφισβητεί εν μέρει την καθιερωμένη έννοια της λογοτεχνικότητας. Η λογοτεχνικότητα απομακρύνεται από τη σύνδεσή της με το γούστο, την αισθητική, την αντίληψη μιας τέχνης για την τέχνη. Η ποίηση της κρίσης ανακινεί το ερώτημα τι κάνει ποίημα ένα ποίημα, τι συνδέει την αισθητική με την ποιητικότητα. Η ποίηση της κρίσης αρνείται την καντιανή ή τη σιλλερική σύλληψη του ωραίου προς χάριν ενός αρνητικού αισθητικού αντικειμένου που παραπέμπει στην αρνητική διαλεκτική του Αντόρνο. Στην ποίηση της κρίσης η λογοτεχνικότητα επανα-συνδέεται με το βίωμα, τη ζωή και τη χρησιμότητα.